Λαϊκή Συμμαχία: με ποιους και για ποιους

Κοινοποίηση στα Social Media

katsoridasΤου Δημήτρη Κατσορίδα

1. Λαϊκή Συμμαχία με ποιους;

 Είναι αλήθεια ότι το ΚΚΕ είχε προτείνει τη συγκρότηση Μετώπου πάλης με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, ήδη, από το 15ο Συνέδριό του (1996). Συγκεκριμένα, ήταν η πρόταση για τη συγκρότηση του Αντιμονοπωλιακού, Αντιιμπεριαλιστικού, Δημοκρατικού Μετώπου (ΑΑΔΜ), το οποίο ήταν μέτωπο όχι μόνο κοινωνικών, αλλά και πολιτικών δυνάμεων.

 Κατ’ αρχήν να πούμε ότι οι Θέσεις για το 19ο Συνέδριο κάνουν ένα σημαντικό προχώρημα σε σχέση με τη λογική του ΑΑΔΜ. Αποδέχονται τον «ηγετικό ρόλο  της εργατικής τάξης» σε μια λαϊκή συμμαχία και πως η πάλη «κατευθύνεται στην κατάκτηση της εργατικής λαϊκής εξουσίας», η οποία ταυτίζεται με τη σοσιαλιστική (Θέση 61, σελ. 44), πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η εργατική τάξη θα ασκεί την ιδεολογική της ηγεμονία στις άλλες σύμμαχες δυνάμεις. Αυτή η θέση έρχεται σε αντίθεση με την παλαιότερη θέση του ΚΚΕ που υποστήριζε ότι «ο αγώνας του Μετώπου δεν οδηγεί υποχρεωτικά και αναπόφευκτα στο σοσιαλισμό» και ότι η συγκρότηση του «…ΑΑΔΜ δεν γίνεται με προϋπόθεση τη συμφωνία για το σοσιαλισμό» (Θέση 20, σελ. 18, του 16ου Συνεδρίου του ΚΚΕ).

 Κατά τη γνώμη μου, οι λάθος απόψεις γύρω από τη συγκρότηση του ΑΑΔΜ προέρχονταν από την ίδια τη λογική του ΑΑΔΜ, το οποίο επιχειρώντας να συσπειρώσει στον αντιμονοπωλιακό αγώνα τα μη μονοπωλιακά στρώματα και μερίδες της αστικής τάξης, έχανε από τον ορίζοντά του την προοπτική ότι ο αγώνας είναι ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα ως όλον και όχι σε ορισμένα τμήματά του. Γι’ αυτό ακριβώς υπήρχε και ο αταξικός όρος «μέτωπο λαϊκό».[1] Διότι, σηματοδοτούσε πως η αντίθεση δεν είναι μεταξύ εργασίας-κεφαλαίου, αλλά μεταξύ λαού και μονοπωλίων, όπου στον «λαό» χωράνε φυσικά και τα μη μονοπωλιακά στρώματα της αστικής τάξης.

 Αντίθετα, στις Θέσεις για το 19ο Συνέδριο επιχειρείται η διόρθωση αυτής της λάθος αντίληψης, όπου το ζήτημα των συμμαχιών εξακολουθεί να αποτελεί βασικό άξονα συζήτησης του ΚΚΕ. Με τη διαφορά ότι με τις Θέσεις του εν λόγω Συνεδρίου, ουσιαστικά, καταργείται η μετωπική πολιτική συμμαχιών του ΚΚΕ με άλλα πολιτικά κόμματα και οργανώσεις της Αριστεράς και αντικαθίσταται από μια πολιτική συμμαχιών, τη «λαϊκή συμμαχία», η οποία περιστρέφεται μόνο γύρω από το ΚΚΕ και η οποία δεν θα έχει πολιτική έκφραση εφόσον δεν θα παίρνει μέρος σε οποιεσδήποτε εκλογές. Λένε χαρακτηριστικά οι Θέσεις: «Η Λαϊκή Συμμαχία σήμερα έχει μια ορισμένη μορφή διαμόρφωσης με τη δράση σε κοινό πλαίσιο των ΠΑΜΕ, ΠΑΣΕΒΕ, ΠΑΣΥ, ΜΑΣ, ΟΓΕ, δεν αποτελεί συμμαχία πολιτικών κομμάτων. Το ΚΚΕ μετέχει στα όργανα και στις γραμμές της μέσω των στελεχών και μελών του… Στην πορεία της πολιτικής πάλης είναι ενδεχόμενο να εμφανιστούν πολιτικές δυνάμεις που εκφράζουν θέσεις μικροαστικών στρωμάτων… Το ΚΚΕ, διατηρώντας την αυτοτέλειά του, θα επιδιώξει την κοινή δράση με αυτές τις δυνάμεις, στη στήριξη της Λαϊκής Συμμαχίας. (…) Η συνεργασία αυτή δεν διαμορφώνεται σε ενιαίο όργανο Συμμαχίας με κόμματα – συστατικά μέλη, με συγκροτημένη οργανωτική μορφή και δομές» (Θέση 66, σελ. 48-49). Και συνεχίζοντας, καταλήγει στη θέση ότι «Το ΚΚΕ διατηρεί τη αυτοτέλειά του και στις αστικές εκλογές, όμως στα ψηφοδέλτιά του είναι δυνατό να συμμετέχουν και συνεργαζόμενοι. Η Λαϊκή Συμμαχία… δεν παίρνει μέρος στις εθνικές και τοπικές εκλογές, στις ευρωεκλογές, σε δημοψηφίσματα» (Θέση 67, σελ. 49).

 Όμως, η προαναφερθείσα πρόταση του ΚΚΕ πιο πολύ μπερδεύει τα πράγματα παρά τα επιλύει. Διότι, στην πραγματικότητα, με αυτή τη θέση, το ΚΚΕ, αποκλείει τη συνεργασία με κάθε Αριστερή δύναμη, εφόσον όλες τις θεωρεί «οπορτουνιστικές», και άρα το μόνο που απομένει είναι η συνεργασία με τα σχήματα που συμμετέχει μόνο το ίδιο. Με απλά λόγια, στη μορφή συμμαχίας που προτείνουν οι Θέσεις μπορούν να στεγαστούν μόνο όσοι συμφωνούν με το ΚΚΕ.

 Μα, τότε, τι συμμαχία μπορεί να είναι αυτή; Αν κάποιος συμφωνεί με τι Θέσεις του ΚΚΕ, γιατί να ανήκει στις σύμμαχες δυνάμεις και να μην γίνει μέλος του;

 Αυτές οι απόψεις ξέχωρα ότι βρίσκονται σε διάσταση με τις παραδόσεις του κομμουνιστικού κινήματος, έτσι όπως αυτές διαμορφώθηκαν στα τέσσερα πρώτα Συνέδρια της Τρίτης Διεθνούς, την ίδια στιγμή βρίσκονται σε διάσταση με την ίδια την ιστορική πορεία του ΚΚΕ, ιδιαίτερα της περιόδου 1941-44, όπου έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ίδρυση του ΕΑΜ ως ένα συγκροτημένο κοινωνικό και ταυτόχρονα πολιτικό μέτωπο, εφόσον περιείχε στις τάξεις του και άλλες οργανώσεις και κόμματα πέραν του ΚΚΕ.

 Τα ερωτήματα, λοιπόν, που προκύπτουν από τα προαναφερθέντα είναι τα εξής: μπορεί να υπάρχει πολιτική συμμαχιών χωρίς πολιτική έκφραση; Μπορεί να υπάρχει μέτωπο κοινωνικών δυνάμεων χωρίς αντίστοιχο πολιτικό μέτωπο; Τελικά, θέλουμε «μέτωπο λαϊκό» και μόνο «από τα κάτω» ή μέτωπο ενιαίο ταξικό; Εφόσον, το ΚΚΕ, είναι πρόθυμο να επιδιώξει κοινή δράση με άλλες δυνάμεις που να εκφράζουν θέσεις των μικροαστικών κομμάτων, γιατί δεν το κάνει;  Μήπως, αντί αυτών, θα έπρεπε να βρει εκείνες τις δυνάμεις που είναι πράγματι ριζοσπαστικές; 

 
 

2. Λαϊκή συμμαχία για ποιους; Το Ενιαίο Ταξικό Μέτωπο

 Το Ενιαίο Μέτωπο (Ε.Μ.), σε αντίθεση με το Λαϊκό, είναι ένα από τα βασικά μέσα πάλης της εργατικής τάξης. Είναι μια συμφωνία για κοινή δράση, πάνω σ’ ένα ορισμένο πεδίο, για ορισμένες κοινές επιδιώξεις και αποκλείει απόλυτα κάθε θυσία προγράμματος ή αρχών και κάθε λογής εγκατάλειψη των συμφερόντων της εργατικής τάξης στο όνομα της αστικής δημοκρατίας. Αυτό σημαίνει ότι οι δυνάμεις της Αριστεράς μέσα στο Ε.Μ. διατηρούν στο ακέραιο το  ανεξάρτητο πρόγραμμα τους.

 Η δημιουργία, λοιπόν, του Ε.Μ. δεν είναι κάτι συμπτωματικό ή μια δόλια μανούβρα. Αντίθετα, γεννιέται από τις αντικειμενικές συνθήκες εξέλιξης του εργατικού κινήματος, από την πολυμορφία της εργατικής τάξης, από την αντιφατική διαμόρφωσή της και από τα διαφορετικά επίπεδα συνείδησής της. Είναι το αποτέλεσμα συσπείρωσης των διαφορετικών τμημάτων της εργατικής τάξης και των κάθε φορά πολιτικών συμπεριφορών και κομματικών εκπροσωπήσεών της. Γι’ αυτό, ο σκοπός του Ε.Μ. είναι να αναπτύξει την ενότητα και τη μαζικότητα των αγώνων και να προάγει την ταξική συνείδηση. Ταυτόχρονα, το αίτημα για Ε.Μ. αποτελεί έκφραση της επιθυμίας να εξασφαλιστεί στις δυνάμεις της εργασίας η δυνατότητα ενός μετώπου αντίστασης ενάντια στην εργοδοτική και κυβερνητική επίθεση, παρά τη διαίρεση των πολιτικών οργανώσεων που στηρίζονται ή μιλούν στο όνομα της εργατικής τάξης.[2]   

 Θεωρώ ότι κάτω από τις σημερινές συνθήκες νέας επέλασης του νεοφιλελευθερισμού δεν χρειάζονται αναβολές, φοβίες και ημίμετρα, αλλά μια τολμηρή στροφή για όλα τα τμήματα της Αριστεράς προς τις μάζες. Κατά συνέπεια, για να αποσπαστούν οι χιλιάδες εργαζόμενοι από την  αστική ιδεολογία, πρέπει πρώτιστα να δείξουμε σ’ αυτό τον κόσμο ότι είμαστε έτοιμοι να κάνουμε ένα πλατύ κοινωνικο-πολιτικό Μέτωπο Αντίστασης και Επίθεσης, το οποίο μπορεί να εκφράσει τους χιλιάδες δυσαρεστημένους από την πολιτική του νεοφιλελευθερισμού και τη στρατηγική της λεγόμενης κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς. Κι αυτό μόνο η Ενότητα της Αριστεράς μπορεί να του το δώσει, μέσω μιας οργάνωσης πάνω από κόμματα, ενός σύγχρονου ΕΑΜ, που να αγκαλιάζει όλη την τάξη. Υπό αυτή την έννοια είναι αναγκαίο όχι μόνο να συγκροτηθεί το Μέτωπο της Αριστεράς και να έχουν όλοι μια θέση σ’ αυτό, αλλά το ΚΚΕ είναι αναγκαίο να πρωτοστατήσει και να συμβάλλει στη συγκρότησή του, πιέζοντας συνεχώς προς αυτή την κατεύθυνση με κάθε τρόπο.

 Αυτή εξάλλου είναι και η ουσία μιας ενιαιομετωπικής πολιτικής συμμαχιών: να δείξει στις δυνάμεις της εργασίας και στις οργανώσεις που μιλούν στο όνομά τους την πραγματική θέληση να διεξάγει μ’ αυτές έναν αγώνα, έστω και για τους πιο μέτριους σκοπούς, εάν οι σκοποί αυτοί βρίσκονται στο δρόμο της ιστορικής εξέλιξης της εργατικής τάξης. Διότι, χωρίς την ενότητα των γραμμών του εργατικού-λαϊκού κινήματος, οι διάφορες δυνάμεις της Αριστεράς, από μόνες η καθεμιά, δεν μπορούν να βοηθήσουν στην ανασυγκρότησή του.

 Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι οι οργανώσεις και τα κόμματα που θα συμμετέχουν σ’ αυτό το Μέτωπο-συμμαχία θα πρέπει να χάσουν την πολιτική και οργανωτική τους ανεξαρτησία. Αντιθέτως, θα πρέπει να διατηρούν απόλυτα το δικαίωμα να εκφράζουν, όχι μόνο πριν και μετά τη δράση, αλλά ακόμη και κατά τη διάρκειά της τη γνώμη τους πάνω στην πολιτική όλων των πολιτικών ρευμάτων χωρίς εξαίρεση.

 Επίσης, σε ότι αφορά τη συγκρότηση μιας κοινωνικής και πολιτικής συμμαχίας, κάθε άτομο που θα συμμετέχει σ’ αυτή θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να επηρεάζει την ηγεσία αυτού του μετωπικού σχήματος. Έτσι, σε κάθε συνοικία, πόλη, εργοστάσιο κτλ., οι πολίτες οφείλουν να δημιουργήσουν, με μορφές αυτοοργάνωσης, πλατιές Επιτροπές Πρωτοβουλίας (Ε.Π.) με εκλεγμένους και άμεσα ανακλητούς αντιπροσώπους.[3] Οι Ε.Π. είναι ο μηχανισμός της πάλης που αγκαλιάζει όλα τα τμήματα του πληθυσμού στον αγώνα τους ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό, ενώ ταυτόχρονα προσφέρουν τη δυνατότητα να συσπειρώσουν όλα τα τμήματα της εργατικής τάξης, ανεξάρτητα από κομματικές διαφορές. Επιπλέον, οι Ε.Π. ως όργανα βάσης θα παίρνουν αποφάσεις με βάση την πλειοψηφία των ψήφων, χωρίς βέβαια να καταργείται η μειοψηφούσα άποψη, και με πλήρη ελευθερία των κομμάτων, των οργανώσεων ή των κινήσεων που συμμετέχουν σ’ αυτές. Τέλος, οι Επιτροπές Πρωτοβουλίας αφού πραγματοποιήσουν συνδιασκέψεις κατά πόλεις, περιφέρειες, ομάδες παραγωγής κτλ., θα πρέπει να καταλήξουν σ’ ένα Συνέδριο όλων των Επιτροπών Πρωτοβουλίας, όπου θα εκλέξουν και τη νέα ηγεσία.

 Απέναντι, δηλαδή, στα επιτελεία της άρχουσας τάξης, χρειάζεται να αντιτάξουμε ένα νέο επιτελείο και το σχέδιο-πρόγραμμα του Μετώπου της Αριστεράς. Πόσο μάλλον, σήμερα, που ο αντίπαλος έχει φτιάξει το δικό του στρατόπεδο σε αντίθεση με τις δυνάμεις της εργασίας, οι οποίες ακόμη υστερούν.


3. Οι τραυματικές εμπειρίες

 Βέβαια, έχουν δίκαιο όσοι φοβούνται την τραυματική εμπειρία του Ενιαίου Συνασπισμού (ΣΥΝ). Όμως, η πολιτική συμμαχιών που ακολούθησε, τότε, το ΚΚΕ για τη συγκρότηση του ΣΥΝ δεν ήταν μια πολιτική ενιαιομετωπική, αλλά λαϊκομετωπική, διότι εγκατέλειψε την ανεξαρτησία του στο όνομα των συμμαχιών. Ουσιαστικά, η συγκρότηση του Ενιαίου ΣΥΝ ήταν μια εγκατάλειψη των ανεξάρτητων σκοπών της εργατικής τάξης για σκοπούς γενικούς και αόριστους, όμως σαφέστατα υπέρ της μεταρρύθμισης του αστικού καθεστώτος. Το άμεσο αποτέλεσμα ήταν η συγκρότηση της συγκυβέρνησης με την Δεξιά (τη «Νέα Δημοκρατία»), όπου η Αριστερά (συμπεριλαμβανομένου και του ΚΚΕ) έγινε συνδιαχειριστής του αστικού κράτους. Δηλαδή, συμμετείχε σε μια μορφή αστικής κυβέρνησης, ως «μια ιδιαίτερη εμφάνιση του αστικού κράτους».[4] Αυτοί ήταν εξάλλου και οι λόγοι για τη διάσπαση του ενιαίου Συνασπισμού: μια συμμαχία κομμάτων και οργανώσεων που δεν βασιζόταν στην αμοιβαία, ανοιχτή και ειλικρινή κριτική μεταξύ τους, αλλά στη διπλωματία.

 Εδώ, υπάρχεί ο κίνδυνος, εξαιτίας της εν λόγω τραυματικής εμπειρίας του Ενιαίου Συνασπισμού, «να πεταχτεί μαζί με τα απόνερα και το μωρό». Το εν λόγω συμπέρασμα πηγάζει από τη συνεχή άρνηση του ΚΚΕ να απευθυνθεί στον ΣΥΡΙΖΑ ή στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, καθώς και σε άλλες δυνάμεις της Αριστεράς, με το σκεπτικό ότι δεν υπάρχει δυνατότητα πολιτικής συμφωνίας μαζί τους για τη συγκρότηση του Μετώπου, ούτε ακόμη «… σε περίοδο συγκέντρωσης δυνάμεων ούτε σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης» (Θέση 65, σελ. 48 και Θέση 67, σελ. 49). Βέβαια, την ίδια στιγμή, καλεί, μεταξύ άλλων, τη βάση αυτών των κομμάτων σε κοινή δράση για τη συγκρότηση της λαϊκής συμμαχίας.

 Σ’ αυτό το σημείο προκύπτουν, πάλι, οι εξής κίνδυνοι. Πρώτος κίνδυνος: παραβλέπει συνεχώς, το ΚΚΕ, ότι η βάση κάθε κόμματος έχει και μια ηγεσία, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι μια πολιτική συμμαχιών απευθύνεται όχι μόνο στη βάση, αλλά και στην ηγεσία. Ο δεύτερος κίνδυνος ενυπάρχει στην πρόταση του Θέσεων για τις συμμαχίες (σελ. 41-49), όπου η συγκρότηση του Μετώπου δεν απευθύνεται, τελικά, στο σύνολο των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που θέλουν να αντισταθούν στη νεοφιλελεύθερη επέλαση, αλλά σε όσους συμφωνούν με το πρόγραμμα του ΚΚΕ.

 Όμως, η ταξική συνείδηση δεν ωριμάζει βάσει ενός προδιαγεγραμμένου σχεδίου, ούτε ευθύγραμμα. Πράγμα το οποίο σημαίνει ότι δεν είναι όλοι έτοιμοι να διακόψουν τις σχέσεις με τα κόμματά τους. Επομένως, το ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: Τελικά, το ΚΚΕ, θέλει να συμβάλλει στη δημιουργία μιας πραγματικής λαϊκής συμμαχίας-μετώπου ή θέλει να κάνει μέτωπο, μόνο, με τον εαυτό του;   

 Ας το επαναλάβουμε. Συγκυριακές πρακτικές συμφωνίες πάλης είναι αναπόφευκτες και πολλές φορές υποχρεωτικές. Όμως, μακρόχρονες πολιτικές συμφωνίες μεταξύ των ηγεσιών των κομμάτων και οργανώσεων που συμμετέχουν στο Μέτωπο της Αριστεράς χωρίς ένα καθορισμένο Πρόγραμμα, χωρίς συγκεκριμένες υποχρεώσεις, χωρίς την ανεξαρτησία των οργανώσεων που συμμετέχουν σ’ αυτό και χωρίς τη συμμετοχή των μαζών, αποτελούν καιροσκοπισμό. Οι συμβιβασμοί από τα πάνω, χωρίς βάση αρχών, καταλήγουν στη σύγχυση.

 Παρ’ όλα αυτά, το ζήτημα  της προοπτικής και της κατεύθυνσης του Μετώπου των Αριστερών δυνάμεων δεν θα το καθορίσει το πολιτικό παρελθόν των συμμάχων (επειδή κανείς μας δεν προέρχεται από παρθενογένεση, ούτε επειδή πρέπει να διαγραφεί το παρελθόν), αλλά η στάση που κρατάει ο καθένας, σήμερα, καθώς και η συμφωνία στη βάση ενός κοινού προγράμματος, πάνω στο οποίο θα στηριχθεί αυτή η συμφωνία.

 Θα κλείσω το εν λόγω κείμενο, παραθέτοντας ένα απόσπασμα του Λένιν για το ζήτημα των συμμαχιών, το οποίο ταιριάζει, κατά τη γνώμη μου, απόλυτα με τους προβληματισμούς που αναπτύσσονται στον ανοιχτό διάλογο ενόψει του 19ου Συνεδρίου του ΚΚΕ. Λέει, λοιπόν, ο Λένιν: «Μπορείς να νικήσεις ένα πιο ισχυρό αντίπαλο μόνο εντείνοντας στο έπακρο τις δυνάμεις σου και χρησιμοποιώντας υποχρεωτικά με τη μεγαλύτερη επιμέλεια, φροντίδα, προσοχή και επιδεξιότητα κάθε, έστω και την ελάχιστη, ”ρωγμή” ανάμεσα στους αντιπάλους… -όπως και κάθε, έστω και την ελάχιστη, δυνατότητα ν’ αποκτήσεις ένα σύμμαχο αριθμητικά ισχυρό, έστω και προσωρινό, ταλαντευόμενο, ασταθή, αβέβαιο, και υπό όρους… Όποιος δεν απέδειξε  πρακτικά, μέσα σ’ ένα αρκετά μεγάλο διάστημα και σε αρκετά πολύμορφες πολιτικές καταστάσεις, την ικανότητά του να εφαρμόζει την αλήθεια αυτή στην πράξη, αυτός δεν έμαθε ακόμη να βοηθά την επαναστατική τάξη στον αγώνα της για την απελευθέρωση όλης της εργαζόμενης ανθρωπότητας από τους εκμεταλλευτές».[5]



* Το εν λόγω κείμενο είχε σταλεί να δημοσιευτεί στο θεωρητικό περιοδικό του ΚΚΕ, την «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» (ΚΟΜΕΠ), ενόψει του προσυνεδριακού διαλόγου που διεξάγεται για το 19ο Συνέδριο του κόμματος. Τελικά, δεν δημοσιεύτηκε, για λόγους που δεν γνωρίζω, και γι’ αυτό το δημοσιοποιώ αλλού, ώστε να συμβάλω στο προβληματισμό που αναπτύσσεται. Δημοσιεύτηκε στο http://www.rednotebook.gr/details.php?id=9146, 12-4-2013.

[1] Ιστορικά, το Λαϊκό Μέτωπο είναι ένας πολιτικός συνασπισμός για σκοπούς γενικούς που προϋποθέτει ότι το εργατικό κόμμα εγκατέλειψε τους ανεξάρτητους σκοπούς της εργατικής τάξης και την υπέταξε στους γενικούς σκοπούς της αστικής τάξης στο όνομα της (αστικής) δημοκρα­τίας. Με το Λαϊκό Μέτωπο η εργα­τική τάξη εγκαταλείπει το δικό της πρόγραμμα, δηλαδή το πρόγραμμα. της κατάληψης της εξουσίας και το πρόγραμμα του σοσιαλισμού και δέχεται το πρόγραμμα της «δημοκρατικής» μπουρζουαζίας, δηλαδή το πρόγραμμα της υπεράσπισης τον καθεστώτος. Αντιπροσωπεύει τις μέθοδες της συνεργασίας των τάξεων, όπου στην πιο ακραία τους μορφή καταλήγουν σε κυβερνήσεις συνασπισμού με αστικά κόμματα. Σε ριζική αντίθεση προς το Λαϊκό Μέτωπο, ο επαναστατικός μαρξισμός αντιπαρατάσσει το Ενιαίο Μέτωπο Πάλης που μπορεί να αγκαλιάσει τις πιο πλατιές μάζες στην προοδευτική ανάπτυξη των αγώνων του κατά του κεφαλαίου και της αστικής εξουσίας.

 [2] Για περισσότερα βλέπε τις αποφάσεις του 3ου και 4ου Συνεδρίου της Τρίτης Διεθνούς, στο Μανιφέστα, Θέσεις, Αποφάσεις του 3ου Παγκόσμιου Συνεδρίου (22 Ιούνη-12 Ιούλη 1921), εκδόσεις Σοσιαλισμός, Αθήνα 1979 και στο Θέσεις και Αποφάσεις του 4ου Παγκόσμιου Συνεδρίου (5 Νοέμβρη-5 Δεκέμβρη 1922), εκδόσεις Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1987.

[3] Δ. Κατσορίδας, Η Αντι-Ηγεμονία. Ζητήματα σχετικά με τη στρατηγική της μετάβασης, εκδόσεις Καμπύλη/Ρωγμή, Αθήνα 2009.

[4] Δες Π. Πουλιόπουλος, Τα Λαϊκά Μέτωπα, ο 2ος  Παγκόσμιος Πόλεμος, η δικτατορία της 4ης Αυγούστου, εκδόσεις  Μαρξιστική Έρευνα, Αθήνα 1976.

 [5] Λένιν, Ο Αριστερισμός…, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1983, σελ. 93 (οι υπογραμμίσεις δικές μου).