Ένας αποχαιρετισμός στον Ούγκο Τσάβες

Κοινοποίηση στα Social Media

tsaves001Γράφει ο Πάνος Πέτρου.

 

Δυο εικόνες αρκούν για να αποδείξουν ότι ο Ούγκο Τσάβες έχει ήδη περάσει στην ιστορία, ως μεγάλη προσωπικότητα που ξεχώρισε στην εποχή του.

Η μία είναι από τη Βε­νε­ζου­έ­λα, από τα συ­γκλο­νι­στι­κά πλήθη που συ­νο­δεύ­ουν το φέ­ρε­τρό του στις φα­βέ­λες του Κα­ρά­κας. Η δεύ­τε­ρη είναι από τα αστι­κά ΜΜΕ, πολλά από τα οποία εγκα­τέ­λει­ψαν ακόμα και τον κα­θω­σπρε­πι­σμό του «ο νε­κρός δε­δι­καί­ω­ται» και έβγα­ζαν χολή ακόμα και τη μέρα του θα­νά­του του. Όταν ένας πο­λι­τι­κός συ­γκε­ντρώ­νει τόσο μίσος από τους «από πάνω» και τόση αγάπη από τους «από κάτω», το μόνο σί­γου­ρο είναι ότι τα όσα έκανε στη ζωή του άξι­ζαν.

Ο Ούγκο Τσά­βες ξε­χώ­ρι­σε απέ­να­ντι στους αντι­πά­λους του. Ζούμε σε μια εποχή που οι αστοί πο­λι­τι­κοί έχουν εγκα­τα­λεί­ψει ακόμα και τα προ­σχή­μα­τα και λει­τουρ­γούν ανοι­χτά ως εκτε­λε­στι­κά όρ­γα­να των κα­πι­τα­λι­στών. Ξε­χώ­ρι­σε όμως και ανά­με­σα στους πο­λι­τι­κούς ηγέ­τες της Αρι­στε­ράς. Γιατί σε μια εποχή που οι Λούλα και οι Μπερ­τι­νό­τι αυτού του κό­σμου, αντι­μέ­τω­ποι με τα «όρια» του συ­στή­μα­τος απο­μα­κρύ­νο­νταν από την πα­ρά­δο­ση από την οποία προ­έρ­χο­νταν, ένας άν­θρω­πος που δεν ανήκε στις δικές μας πα­ρα­δό­σεις, έκανε την ανά­πο­δη δια­δρο­μή, κι­νή­θη­κε αρι­στε­ρά, έγινε «σύ­ντρο­φος».

Οι πο­λι­τι­κοί ηγέ­τες είναι «προ­ϊ­ό­ντα» της επο­χής τους, της τα­ξι­κής πάλης και της δρά­σης των μαζών. Η δια­δρο­μή του Ούγκο Τσά­βες από το απο­τυ­χη­μέ­νο πρα­ξι­κό­πη­μα του 1992, στην εν­θάρ­ρυν­ση κοι­νο­τι­κών συ­νε­λεύ­σε­ων, ερ­γα­τι­κών συμ­βου­λί­ων, λαϊ­κών πο­λι­το­φυ­λα­κών κ.ά., από το μίγμα προ­ο­δευ­τι­κού εθνι­κι­σμού και μπλε­ρι­κού «τρί­του δρό­μου» το 1999 ως τον «σο­σια­λι­σμό του 21ου αιώνα» είναι το κα­λύ­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα του ρόλου που παί­ζει η τα­ξι­κή πάλη κι η δράση των μαζών στη δια­μόρ­φω­ση των «προ­σω­πι­κο­τή­των».

Αυτό δεν μειώ­νει την αξία του. Το πα­ρα­κά­τω από­σπα­σμα, γραμ­μέ­νο για τον Λίν­κολν και τον Εμ­φύ­λιο Πό­λε­μο θα μπο­ρού­σε να γρα­φτεί για τον Τσά­βες και την μπο­λι­βα­ρια­νή δια­δι­κα­σία: «Τα ίδια τα γε­γο­νό­τα του επέ­βαλ­λαν να ανα­λά­βει επα­να­στα­τι­κή, απο­φα­σι­στι­κή δράση. Αλλά αυτό δεν υπο­τι­μά το ήταν ο πο­λι­τι­κός που όταν τα γε­γο­νό­τα το επέ­βαλ­λαν, δε δί­στα­σε να την ανα­λά­βει… Αυτό τον ξε­χω­ρί­ζει ανά­με­σα στους πο­λι­τι­κούς της επο­χής του…».

Ήταν η δράση των μαζών που ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­σε την «μπο­λι­βα­ρια­νή δια­δι­κα­σία». Αλλά ο Τσά­βες δε φο­βή­θη­κε τη ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­ση, την υπο­δέ­χτη­κε και έγινε σύμ­βο­λό της. Ο Τσά­βες δε δη­μιούρ­γη­σε τα κοι­νω­νι­κά κι­νή­μα­τα, τα ρι­ζο­σπα­στι­κά συν­δι­κά­τα, τις δομές αυ­τό-ορ­γά­νω­σης. Αλλά η δράση του έπαι­ξε ρόλο στην εμ­φά­νι­σή τους, και η πο­λι­τι­κή του προ­σπά­θη­σε να τα στη­ρί­ξει και να προ­ω­θή­σει τους στό­χους τους. Ο τρό­πος που το έκανε και τα απο­τε­λέ­σμα­τα που είχε θα απα­σχο­λή­σουν ανα­λυ­τι­κά την Αρι­στε­ρά όλο το επό­με­νο διά­στη­μα.

Εδώ θα αρ­κε­στού­με να πούμε δυο πράγ­μα­τα. Το ένα είναι πως δεν ήταν «κόκ­κι­νος δι­κτά­το­ρας», αλλά το ακρι­βώς αντί­θε­το, έδει­ξε υπερ­βο­λι­κή ανοχή και δι­σταγ­μό να συ­γκρου­στεί μέχρι τέ­λους με τους ορ­κι­σμέ­νους τα­ξι­κούς εχθρούς του. Το δεύ­τε­ρο είναι ότι χρη­σι­μο­ποί­η­σε συ­νει­δη­τά την κυ­βερ­νη­τι­κή εξου­σία για να επι­χει­ρή­σει να αλ­λά­ξει το συ­σχε­τι­σμό δύ­να­μης υπέρ των ερ­γα­ζο­μέ­νων. Με όρια και αντι­φά­σεις, κα­τόρ­θω­σε να δώσει το πιο προ­ω­θη­μέ­νο πα­ρά­δειγ­μα κυ­βέρ­νη­σης που επι­χει­ρεί να λει­τουρ­γή­σει ως κυ­βέρ­νη­ση «τα­ξι­κής πάλης».

Αφή­νει πίσω του μια Βε­νε­ζου­έ­λα πολύ κα­λύ­τε­ρη για τους «από κάτω» από αυτήν που πα­ρέ­λα­βε. Αφή­νει επί­σης πίσω του μια με­γά­λη πα­ρα­κα­τα­θή­κη για την Αρι­στε­ρά: στην εποχή της γε­νι­κευ­μέ­νης αποϊ­δε­ο­λο­γι­κο­ποί­η­σης μετά τη δε­κα­ε­τία του ’90, επα­νέ­φε­ρε με μα­ζι­κούς όρους τη διεκ­δί­κη­ση του σο­σια­λι­σμού ως προ­ο­πτι­κή και τη στρα­τη­γι­κή συ­ζή­τη­ση για το πώς θα φτά­σου­με εκεί. Μπο­ρεί να δια­φω­νού­με στις απα­ντή­σεις, αλλά το να θέ­τεις το ερώ­τη­μα όταν πολ­λοί το απο­φεύ­γουν είναι από μόνο του ση­μα­ντι­κή συ­νει­σφο­ρά.

Πλέον ο λαός της Βε­νε­ζου­έ­λας, μπαί­νει σε μια απρό­βλε­πτη εποχή, γε­μά­τοι κιν­δύ­νους αλλά και νέες προ­ο­πτι­κές. Οι μάχες που θα δώ­σουν και οι νίκες που θα κα­τα­κτή­σουν είναι ο κα­λύ­τε­ρος φόρος τιμής στον Ούγκο Τσά­βες. Όπως το συ­μπύ­κνω­σε δε­κα­ε­τί­ες πριν ο Τζο Χιλ, στέ­λε­χος των Βιο­μη­χα­νι­κών Ερ­γα­τών του Κό­σμου, που λίγο πριν πε­θά­νει είπε σε επι­στο­λή του το ιστο­ρι­κό «μη θρη­νεί­τε, ορ­γα­νω­θεί­τε!».

Στον Ούγκο Τσά­βες, αντίο σύ­ντρο­φε.

Στους εχθρούς του, μια υπεν­θύ­μι­ση: Απαλ­λά­γη­καν από τον Τσά­βες, αλλά δεν θα απαλ­λα­γούν ποτέ από τα εκα­τομ­μύ­ρια «τσα­βί­στας».

Στο βε­νε­ζου­ε­λά­νι­κο λαό, hasta la victoria, siempe!

από http://rproject.gr