Εθνική Σύνταξη. Δικαιούχοι, όροι και πρυποθέσεις

Κοινοποίηση στα Social Media

Τα υπουργεία Οικονομικών και Εργασίας, με κοινή υπουργική τους απόφαση όρισαν τις προϋποθέσεις για την χορήγηση της εθνικής σύνταξης. Σύμφωνα με την ΚΥΑ, δικαιούχοι της εθνικής σύνταξης είναι, όσοι θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης, λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις.
Βασική προϋπόθεση,για χορήγηση σύνταξης λόγω γήρατος, πέραν της θεμελίωσης του σχετικού δικαιώματος, όπως προβλέπεται για κάθε φορέα ασφάλισης, αποτελεί η μόνιμη και νόμιμη διαμονή στην Ελλάδα για τουλάχιστον 15 έτη, μεταξύ του 15ου έτους της ηλικίας και του έτους κατά το οποίο συμπληρώνεται το προβλεπόμενο κατά περίπτωση όριο ηλικίας καταβολής της σύνταξης.
Για κάθε χρόνο που υπολείπεται των 40 ετών διαμονής στην Ελλάδα, το ποσό της εθνικής σύνταξης μειώνεται κατά 1/40. Επίσης, προβλέπεται ότι η ανωτέρω μείωση ,δεν εφαρμόζεται για όσους συνταξιοδοτούνται με τις διατάξεις του τέταρτου εδαφίου της παρ. 1α των άρθρων 1 και 26 του π.δ. 169/2007 (τυφλοί, παραπληγικοί, πάσχοντες από Βήτα ομόζυγο μεσογειακή ή δρεπανοκυτταρική ή μικροδρεπανοκυτταρική αναιμία με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%, που υποβάλλονται σε μετάγγιση, κλπ).

Για την κατηγορία αυτή συνταξιούχων, απαιτείται μόνο η προϋπόθεση της μόνιμης και νόμιμης διαμονής στην Ελλάδα για τουλάχιστον 15 έτη, μεταξύ του 15ου έτους της ηλικίας και του έτους υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης, δεδομένου ότι στις περιπτώσεις αυτές δεν απαιτείται η συμπλήρωση ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης.
Σύμφωνα με την ΚΥΑ, προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις καταβολής μειωμένης σύνταξης, λόγω γήρατος, δηλαδή σε όριο ηλικίας μικρότερο από το κατά περίπτωση προβλεπόμενο όριο για πλήρη σύνταξη, το ποσό της εθνικής σύνταξης καταβάλλεται μειωμένο κατά 1/200 για κάθε μήνα (ή 6% για κάθε έτος) που υπολείπεται του αντίστοιχου ορίου ηλικίας πλήρους συνταξιοδότησης. Σε καμία περίπτωση, το ποσοστό μείωσης της εθνικής σύνταξης δεν υπερβαίνει το ποσοστό μείωσης που αντιστοιχεί σε πέντε έτη ηλικίας (60 μήνες), ενώ δεν επιβάλλεται το επιπλέον ποσοστό μείωσης ύψους 10%.
Τι ισχύει για την εθνική σύνταξη, στην περίπτωση χορήγησης μειωμένης σύνταξης, λόγω αναπηρίας;
Πρώτον ορίζονται τα ποσοστά αναπηρίας, για τα οποία προβλέπονται μειώσεις στο ποσό της εθνικής σύνταξης για τους συνταξιούχους οι οποίοι θα λάβουν σύνταξη, λόγω αναπηρίας και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις άμεσης καταβολής της σύνταξης, ως ακολούθως:
α) Από 67% έως και 79,99, χορηγείται το 75% της εθνικής σύνταξης και β) από 50% έως και 66,99%, χορηγείται το 50% της εθνικής σύνταξης. Σε περίπτωση νέας κρίσης από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές, το ύψος της εθνικής σύνταξης αναπροσαρμόζεται, σύμφωνα με τα ανωτέρω και βάσει του νέου ποσοστού αναπηρίας.
Στους συνταξιούχους με ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω, χορηγείται το πλήρες ποσό της εθνικής σύνταξης.
Δεδομένου ότι στους συνταξιούχους, λόγω αναπηρίας, δεν ελέγχεται η νόμιμη και μόνιμη διαμονή στην Ελλάδα και, ως εκ τούτου, ούτε και η προϋπόθεση της 15ετούς ασφάλισης, το ποσό της εθνικής σύνταξης, το οποίο θα περιοριστεί περαιτέρω, βάσει του βαθμού αναπηρίας, είναι το εξής:

α) Για όσους έχουν, μέχρι 15 έτη ασφάλισης, το ποσό της εθνικής σύνταξης είναι το ποσό των 345,60 ευρώ, το οποίο αφορά σε συνταξιούχο με 15 τουλάχιστον έτη ασφάλισης.

β) Για όσους έχουν από 15 έως και 19,9 έτη ασφάλισης, το ποσό της εθνικής σύνταξης είναι το ποσό που προκύπτει κατ’ εφαρμογή της παρ. 6 του κοινοποιούμενου άρθρου.

γ) Για όσους έχουν από 20 έτη ασφάλισης και άνω, το ποσό της εθνικής σύνταξης είναι το ποσό των 384 ευρώ.

Μεταξύ άλλων, ρυθμίζεται το ύψος της εθνικής σύνταξης που χορηγείται σε περίπτωση σώρευσης συντάξεων. Ειδικότερα, προβλέπεται η καταβολή μίας εθνικής σύνταξης, το ύψος της οποίας διαφοροποιείται ανάλογα με το εάν ο συνταξιούχος ή τα δικαιοδόχα πρόσωπα σε περίπτωση συνταξιοδότησης, λόγω θανάτου, δικαιούται να λάβει πέραν της μίας κύριας σύνταξης.

Σε περίπτωση συνταξιούχου ή δικαιούχου δύο πλήρων κύριων συντάξεων, χορηγείται το πλήρες ποσό της εθνικής σύνταξης. Σε περίπτωση συνταξιούχου ή δικαιούχου μίας πλήρους και μίας μειωμένης κύριας σύνταξης, χορηγείται το πλήρες ποσό της εθνικής σύνταξης.

Σε περίπτωση συνταξιούχου ή δικαιούχου δύο μειωμένων κύριων συντάξεων, χορηγείται το ποσό της εθνικής σύνταξης που αντιστοιχεί σε κάθε μία, όμως το άθροισμά του δεν μπορεί να υπερβαίνει το πλήρες ποσό της εθνικής σύνταξης.

ΤΑ ΠΟΣΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΑΝΑΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΠΟΣΟ
Για την πρώτη εφαρμογή του νόμου, το πλήρες ποσό της εθνικής σύνταξης είναι 384 ευρώ, μηνιαίως και καταβάλλεται ακέραιο, εφόσον έχουν συμπληρωθεί τουλάχιστον 20 έτη ασφάλισης και επιπλέον 40 έτη διαμονής στην Ελλάδα. Το ποσό της εθνικής σύνταξης βαίνει μειούμενο κατά 2% για κάθε έτος ασφάλισης που υπολείπεται των 20 ετών, εφόσον, ωστόσο, έχουν συμπληρωθεί τουλάχιστον 15 έτη ασφάλισης.
Ειδικότερα:
– Για 15 έτη ασφάλισης, το πλήρες ποσό της εθνικής σύνταξης είναι 345,60 ευρώ.
– Για 16 έτη ασφάλισης, 353,28 ευρώ.
– Για 17 έτη ασφάλισης, 360,96 ευρώ.
– Για 18 έτη ασφάλισης, 368,64 ευρώ.
– Για 19 έτη ασφάλισης, 376,32 ευρώ και
– από 20 έτη ασφάλισης και άνω, 384,00 ευρώ.

Σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος δεν έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 20 έτη ασφάλισης και, επίσης, δεν συμπληρώνει ακέραιο έτος ασφάλισης, ως εθνική σύνταξη λαμβάνεται το ποσό που αντιστοιχεί στα ακέραια έτη και για τους λοιπούς μήνες ή και ημέρες ασφάλισης λαμβάνει αναλογία.
ΣΥΝΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΩΝ ΕΤΩΝ
Σε περίπτωση που για τη συνταξιοδότηση του ασφαλισμένου λαμβάνεται υπόψη και πλασματικός χρόνος, χωρίς εξαγορά, ο οποίος αξιοποιείται μόνο για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, ο χρόνος αυτός συνυπολογίζεται για τη διαμόρφωση του ποσού της εθνικής σύνταξης, όχι, όμως και γι’ αυτό της ανταποδοτικής. Οι πλασματικοί χρόνοι οι οποίοι αναγνωρίζονται, κατόπιν εξαγοράς, για τη θεμελίωση και για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης, συνυπολογίζονται στη διαμόρφωση τόσο της εθνικής όσο και της ανταποδοτικής σύνταξης.
ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ.

Από 01/01/2017, η εθνική σύνταξη αναπροσαρμόζεται κατ’ έτος, με Κοινή Υπουργική Απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και με βάση συντελεστή που διαμορφώνεται κατά 50% από τη μεταβολή του ΑΕΠ και κατά 50% από τη μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του προηγούμενου έτους και δεν υπερβαίνει την ετήσια μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.

πηγή ΑΠΕ – ΜΠΕ