Ο ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ Θήβας και η διαχείριση των απορριμμάτων

Κοινοποίηση στα Social Media

syrizaΤο ζήτημα της παραγωγής και διαχείρισης των απορριμμάτων συνιστά τεράστιο περιβαλλοντικό πρόβλημα με οικονομικές και επιχειρηματικές παραμέτρους.

Ντόπια και ξένα εργολαβικά συμφέροντα εξασφάλισαν μεγάλα οφέλη και αποβλέπουν σε ακόμη μεγαλύτερα αφού η τρόικα εσωτερικού και εξωτερικού προωθεί την εγκατάσταση εισαγόμενης τεχνολογίας για μονάδες μεγάλης κλίμακας με σκοπό την επεξεργασία σύμμικτων απορριμμάτων, για παραγωγή ενέργειας.

Η ανωτέρω επιλογή είναι αντίθετη με τη διαλογή στην πηγή, την ανακύκλωση, την ανάκτηση χρήσιμων υλικών, είναι περιβαλλοντικά επικίνδυνη και απεχθής οικονομικά για τους δημότες. Έτσι ακυρώνεται και ο ρόλος της Τ.Α. που την μετατρέπουν σε εργαλείο επιβολής της μνημονιακής πολιτικής και σ’ αυτόν τον τομέα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ προτείνει ένα μοντέλο διαχείρισης σύγχρονο και φυσικό στο περιβάλλον, με άξονες την αποκέντρωση, τη μικρή κλίμακα, τις τοπικές ιδιαιτερότητες, την κοινωνική συμμετοχή με καθαρά δημόσιο χαρακτήρα. Αυτό το μοντέλο θα πρέπει να σχεδιαστεί  και να αναπτυχτεί σε τοπικό, περιφερειακό και κεντρικό επίπεδο καλύπτοντας τις διάφορες κατηγορίες απορριμμάτων (βιομηχανικά, νοσοκομειακά, τοξικά κλπ).

Πιο συγκεκριμένα αυτό το σχέδιο αποβλέπει στην μείωση της παραγωγής αποβλήτων, ανάκτηση, επαναχρησιμοποίηση, διαλογή στην πηγή, ανακύκλωση,  κομποστοποίηση σε μονάδες μικρής κλίμακας (οικιακές, υπηρεσιών, νοσοκομεία, στρατόπεδα, επιχειρήσεις,  Δήμοι κλπ) και διαχωρισμό επικινδύνων. Παράλληλα η δημιουργία μικρών μονάδων επεξεργασίας σε επίπεδο Καποδιστριακών Δήμων θα συμβάλλει στην  ποιοτική ανάκτηση των ανακυκλώσιμων, στη δημιουργία ποιοτικού κομπόστ, στην απασχόληση,  στο  χαμηλό κόστος και στο περιβαλλοντικό κέρδος.

Στα καθ’ ημάς η πρόταση της ΔΕΠΟΔΑΘ για τη δημιουργία μεγάλης μονάδας επεξεργασίας σύμμικτων απορριμμάτων και παραγωγής βιοαερίου για ηλεκτρική ενέργεια με δημόσια χρηματοδότηση, βρίσκεται ως προς τους στόχους και τη φιλοσοφία της στον αντίποδα της πρότασής μας. Και αυτό γιατί δεν εξυπηρετεί τη λογική της μείωσης των απορριμμάτων, αφού τίθεται ως στόχος η παραγωγή ενέργειας που απαιτεί την επεξεργασία του συνόλου σχεδόν των παραγόμενων αποβλήτων, ή και τη μεταφορά από άλλες περιοχές για να καλυφτεί η λειτουργία της μονάδας. Ταυτόχρονα υπονομεύει στην πράξη δράσεις όπως διαλογή στην πηγή, ανάκτηση, ανακύκλωση κλπ,  αυξάνει το κόστος και ανοίγει κεκρόπορτες για περισσότερο ανεπιθύμητες ή επικίνδυνες εξελίξεις στο μέλλον, όπως η καύση που είναι στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης.