Σεϊντί: Η βραχοσκεπή που άλλαξε τον προϊστορικό χάρτη της Ελλάδας

Κοινοποίηση στα Social Media

Πάρις Βαρβαρούσης Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η  βραχοσκεπή Σεϊντί βρίσκεται σε μια χαμηλή απόληξη του Ελικώνα προς την πλευρά της άλλοτε λίμνης Κωπαΐδα, δίπλα στην εθνική οδό Θήβας – Λιβαδειάς. Οι ανασκαφές που διενήργησαν εκεί Γερμανοί αρχαιολόγοι στα μέσα περίπου του περασμένου αιώνα βεβαίωσαν κατοίκηση από την Παλαιολιθική εποχή και συγκεκριμένα από την Ωρινάκια πολιτισμική φάση (περίπου 30.000 χρόνια πριν από σήμερα). Η αποκάλυψη αυτή αποδείχθηκε θεμελιώδους σημασίας, γιατί άλλαξε ουσιαστικά τον χάρτη της Ελλάδας που εμφανιζόταν μέχρι τότε χωρίς αποτύπωση παλαιολιθικών θέσεων. Ξένοι αρχαιολόγοι υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό τα πρώτα αυτά ασφαλή δείγματα παλαιολιθικής ζωής στην Ελλάδα, δεδομένου ότι μέχρι τότε, στον χάρτη διασποράς των ευρημάτων Παλαιολιθικής περιόδου στην Ευρώπη, το νότιο τμήμα των Βαλκανίων, η Ελλάδα, εμφανιζόταν ως λευκό σημείο. Η Γαλλίδα καθηγήτρια Catherine Perlès γράφει ότι «στη Βραχοσκεπή Σεϊντί της Βοιωτίας αποκαλύφθηκε το 1941 από τον R. Stampfuss για πρώτη φορά στην Ελλάδα μια στρωματογραφική ακολουθία της Ανώτερης Παλαιολιθικής, αλλά θα έπρεπε να περιμένουμε μέχρι τη δεκαετία του ’60, για να αρχίσουν οι συστηματικές έρευνες…» . Ο Aυστριακός Josef Fischer τονίζει ότι «στο Σεϊντί οφείλεται το πρώτο ανασκαφικό υλικό Παλαιολιθικής εποχής στην Ελλάδα και για τον λόγο αυτό έχει ιδιαίτερο επιστημονικό και ιστορικό ενδιαφέρον» , ενώ ο Καναδός αρχαιολόγος Nicolas Rolland σημειώνει ότι «το Σεϊντί έχει συμβολική σημασία λόγω της πρωτογενούς γνώσης που πρόσφεραν τα πολιτισμικά του ευρήματα στην προϊστορική αρχαιολογία» .

Το εγχείρημα Σεϊντί δεν ήταν ωστόσο εύκολο να αναγνωριστεί από την ελληνική αρχαιολογική κοινότητα, αφενός λόγω του ότι η πρώτη ανασκαφή πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της Κατοχής και αφετέρου εξαιτίας της δύναμης και του μεγαλείου του κλασικού ελληνισμού που περιόριζε το ενδιαφέρον για τόσο απομακρυσμένες χρονικά περιόδους. Η καθηγήτρια Γεωργία Κουρτέση-Φιλιππάκη (Πανεπιστήμιο Αθηνών) αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η σύντομη ανασκαφή που έγινε στο Σεϊντί κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής θα μπορούσε να δώσει κάποια ώθηση στη διερεύνηση της Παλαιολιθικής στην Ελλάδα, αν οι συγκυρίες δεν ήταν τόσο δύσκολες». Εκτός όμως από την ιστορική συγκυρία συνέβαλαν και άλλοι παράγοντες στην αδυναμία προώθησης της παλαιολιθικής έρευνας στην Ελλάδα, που συνδέονται και με ιδιότυπες αντιλήψεις, οι οποίες είχαν επικρατήσει στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο. Ορισμένα μέλη της ελληνικής επιστημονικής ελίτ υιοθετούσαν τη θέση περί αυτοχθόνων βάσεων του ελληνικού πολιτισμού και ακόμα ότι ο ελληνικός χώρος δέχθηκε ανθρώπινη μετανάστευση από γειτονικές χώρες μόνο κατά τη Νεολιθική εποχή. Οι αντιλήψεις αυτές παραμερίστηκαν σύντομα όταν εντοπίστηκαν και νέες παλαιολιθικές θέσεις στον ευρύτερο ελληνικό χώρο.

Σε ότι αφορά τα ευρήματα του Σεϊντί, οι δημοσιευμένες μελέτες των R. Stampfuss  και Ε. Schmid  προσφέρουν εντυπωσιακές αναλύσεις. Τα αποκαλυφθέντα λίθινα εργαλεία ανέρχονται σε εκατοντάδες και έχουν δημιουργηθεί από σκληρά πετρώματα. Ιδιαίτερα οι λεπτές λεπίδες ανήκουν σε μια εξελιγμένη ομάδα τεχνουργημάτων και για το λόγο αυτό θεωρήθηκε ότι ακολουθούν την τυπολογία της Ανώτερης Παλαιολιθικής. Επίσης, οι χειροπελέκεις με αμφίπλευρη συμμετρία, οι μικρολεπίδες και οι αιχμές βελών είναι λίθινα δημιουργήματα υψηλής ποιότητας. Ιδιαίτερο, όμως, ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα οστέινα εργαλεία. Η Elisabeth Schmid σημειώνει ότι από την αξιολόγηση των απολιθωμένων οστών ζώων που αποκαλύφθηκαν στα παλαιολιθικά στρώματα του Σεϊντί προσδιορίστηκαν μεγάλα θηλαστικά ζώα, όπως ιπποειδή, βοοειδή, ελαφοειδή, καθώς και μικρότερα κερασφόρα ζώα (αγριοκάτσικο) που ζούσαν στην περιοχή κατά το τέλος της εποχής των παγετώνων και αποτελούσαν την κύρια τροφή των ενοίκων του Σεϊντί.

Οι άνθρωποι που κατασκεύαζαν αυτά τα εργαλεία ήταν κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες που ανήκαν στον τύπο homo sapiens, τον πρώτο ανατομικά σύγχρονο άνθρωπο, και ασχολούνταν με το κυνήγι ζώων και πτηνών και τη συλλογή καρπών, δραστηριότητες που τους ανάγκαζαν να ακολουθούν τις εποχικές μετακινήσεις των ζώων και να αναζητούν ασφαλή καταλύματα (σπήλαια, βραχοσκεπές) κοντά σε πηγές νερού. Νεότερα, μάλιστα, στοιχεία που ήρθαν στο φως σχετικά με την παλαιολιθική εξέλιξη σε άλλα σπήλαια του ελληνικού χώρου αναφέρονται σε ανθρώπους προγόνους του homo sapiens που ανήκαν στον τύπο homo neanderthalensis (άνθρωπος του Νεάντερταλ). Ήδη το 1905, o καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Θεόδωρος Σκούφος αποκάλυψε σε ανασκαφή στο υψίπεδο της Μεγαλόπολης σημαντικά απολιθώματα πλειστοκαινικής πανίδας, και συγκεκριμένα μεγάλων θηλαστικών (ελέφαντες, ρινόκεροι, μαμούθ κ.λπ.), που σχετίζονται έμμεσα με την ύπαρξη παλαιολιθικού ανθρώπου στην περιοχή. Η παρουσία των μεγάλων αυτών θηλαστικών οφείλεται  στις κλιματικές μεταβολές που υπέστη ο πλανήτης κατά το απώτερο παρελθόν στο πλαίσιο των λεγόμενων παλαιοκλιματικών κύκλων, περιόδους δηλαδή με αύξηση των πάγων και ενδιάμεσα στάδια (Μεσοπαγετώδεις περίοδοι) με πιο ήπιο κλίμα. Επιστημονικές έρευνες έδειξαν ότι κατά τη Μεσοπαγετώδη περίοδο (125.000 – 75.000 π.Χ.) το κλίμα ήταν θερμό και υγρό, στη συνέχεια έγινε και πάλι ψυχρό και ξηρό.

Με την εκπνοή της τελευταίας Παγετώδους (περίπου 10.000 π.Χ.) ξεκινά η Μεσολιθική φάση, κατά την οποία οι ομάδες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών άρχισαν να οργανώνονται πιο συστηματικά, να αυξάνονται σε αριθμό ατόμων και να παραμένουν στα καταλύματα μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, όπως μαρτυρούν οι δείκτες από τη μελέτη των απολιθωμάτων στο Σεϊντί, αλλά και από άλλες παλαιολιθικές θέσεις. Με τη μετάβαση στη Νεολιθική εποχή, ο άνθρωπος εγκαταλείπει το στάδιο του κυνηγού-τροφοσυλλέκτη και αποκτά την ικανότητα να παράγει τροφή, να εξημερώνει άγρια ζώα και να καλλιεργεί τα πρώτα δημητριακά. Από την εποχή αυτή ξεκινά, ουσιαστικά, και η δυναμική ανθρώπινη πολιτισμική ανάπτυξη.

Από την παρουσίαση στο Γεωδρόμιο του ”Επενδυτή’

seinti