Κερδισμένος, κομμένος 13ος και 14ος μισθός: Τι ισχύει μετά το χρόνο της αρχικής επιδίκασης;

Είναι αρκετές πλέον οι αποφάσεις των πολιτικών Δικαστηρίων, με τις οποίες έχει κριθεί ότι οι διατάξεις του ν. 4093/2012, περί κατάργησης από 01.01.2013 δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, αλλά και επιδόματος αδείας, είναι αντισυνταγματικές και ως τέτοιες δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις υπαλλήλων Ο.Τ.Α. Αρκετοί μάλιστα υπάλληλοι (ιδιωτικού δικαίου κατά κύριο λόγο) έχουν εισπράξει τα συγκεκριμένα ποσά, καθώς οι σχετικές αποφάσεις έχουν καταστεί τελεσίδικες, των Δήμων παραιτούμενων από το δικαίωμα άσκησης έφεσης.

Το ερώτημα που τίθεται σε αυτές τις περιπτώσεις είναι τι συμβαίνει με τις συγκεκριμένες παροχές στο εξής. Ειδικότερα, πολλοί υπάλληλοι ρωτούν αν θα πρέπει να ασκήσουν νέες αγωγές για τα μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα, τα οποία δεν καλύπτονταν από την αγωγή τους, η οποία έγινε δεκτήΓια παράδειγμα υπάλληλος ο οποίος δικαιώθηκε για το χρονικό διάστημα από 01.01.2015 έως και 31.07.2017 και εισέπραξε για το χρόνο αυτό τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας, δικαιούται εν συνεχεία να λαμβάνει με τη μισθοδοσία του τα αντίστοιχα επιδόματα και για το χρονικό διάστημα από 01.08.2017 και εντεύθεν ή θα πρέπει να ασκήσει νέα αγωγή;

Οι απαντήσεις που μπορεί να δοθούν στο ερώτημα αυτό είναι κυρίως δύο και διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την πρώτη, η παροχή που επιδικάζεται με την αγωγή αφορά συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το οποίο προσδιορίζεται περιοριστικά από το αίτημα της αγωγής, ανεξαρτήτως της νομικής βάσης στην οποία στηρίζεται η εν λόγω δικαστική κρίση. Σε αυτή την περίπτωση το δεδικασμένο της κάθε απόφασης καλύπτει μόνο το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και δεν επεκτείνεται και σε μεταγενέστερο χρόνο, άλλως σε μελλοντικές απαιτήσεις. Η προφανής αδυναμία αυτής της προσέγγισης στο ερώτημα είναι ότι, αν αυτή υιοθετηθεί, δημιουργείται σημαντική ανασφάλεια δικαίου. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να τίθεται συνεχώς σε παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση το ζήτημα του αν η επίμαχη διάταξη του ν. 4093/2012 είναι συνταγματική. Σε αυτή την περίπτωση είναι πιθανότατο να εκδοθούν ακόμα και για τον ίδιο υπάλληλο αντιφατικές κρίσεις. Είναι δηλαδή πιθανό για παράδειγμα υπάλληλος να λάβει τα ποσά των δώρων και του επιδόματος για το χρονικό διάστημα 2015 – 2017, αλλά όχι για το διάστημα 2017 – 2019, απλώς και μόνο διότι άλλος δικαστής, με άλλη αντίληψη σχετικά με το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας, θα κρίνει την μεταγενέστερη αγωγή. Η περιπλοκή αυτή και η σχετική ανασφάλεια μπορεί να διαιωνίζεται επ’ αόριστο, όπως π.χ. στην περίπτωση που ο ίδιος υπάλληλος λάβει εν τέλει τα δώρα και επιδόματα για το διάστημα 2019 – 2021 κ.ο.κ. Είναι προφανές ότι μία τέτοια απάντηση στο αρχικό ερώτημα αντιστρατεύεται το κοινό περί δικαίου αίσθημα και την γενική αρχή περί ασφάλειας του δικαίου.

Τι λέει, όμως, για το συγκεκριμένο ζήτημα η δεύτερη επ’ αυτού άποψη; Βάση αυτής αποτελούν οι διατάξεις του ά. 321 – 324 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, στο ά. 321 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι «Όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο.», ενώ στο ά. 322 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναφέρεται ότι «Το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή …». Εξάλλου σύμφωνα με το ά. 324 Κ.Πολ.Δ. «Δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.». Η δεύτερη, λοιπόν, προσέγγιση του ζητήματος, η οποία κατά τη γνώμη μας είναι και η ορθή, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το δεδικασμένο που προκύπτει από μία τελεσίδικη δικαστική κρίση, η οποία οδηγεί στην καταβολή στον εργαζόμενο δώρων και επιδόματος, επεκτείνεται και σε όλες τις αντίστοιχες μελλοντικές αξιώσεις του ίδιου εργαζομένου έναντι του ίδιου εργοδότη, χωρίς να απαιτείται να υπάρξει νεώτερη κρίση για το ίδιο νομικό ζήτημα, εν προκειμένω αυτό της αντισυνταγματικότητας του ν. 4093/2012. Με λίγα λόγια, όποιος δικαιώθηκε μία φορά δεν χρειάζεται να καταφύγει εκ νέου στα Δικαστήρια.

Την άποψη αυτή φαίνεται ότι ασπάζεται και το Ελεγκτικό Συνέδριο (βλ. σχετ. Πράξη 101/2007, Ι’ Τμήμα), το οποίο κατά το παρελθόν έχει κρίνει ότι «…από τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το παραγόμενο από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεδικασμένο καλύπτει την κριθείσα έννομη σχέση ή συνέπεια και προϋποθέτει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας με την υπόθεση που έχει κριθεί. Ειδικότερα, σε περίπτωση διαρκούς έννομης σχέσης … από την οποία πηγάζουν πλείονες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, η τελεσίδικη … δικαστική απόφαση, για αιτούμενες επιμέρους αξιώσεις … αποτελεί δεδικασμένο και για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο για τις όμοιες αξιώσεις, εκτός αν, κατά την κρίσιμη νέα χρονική περίοδο, έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος ή των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζονται οι αξιώσεις. (Πρβλ. ΑΠ 1663, 1601, 1177/2006, 1342, 858/2003, ΑΠ Ολ. 10/2002). …. Επομένως, η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής … κατά δήμου … και έκρινε ότι αυτός δικαιούται μίας παροχής με βάση συγκεκριμένες νομικές διατάξεις για ορισμένο χρονικό διάστημα, αποτελεί δεδικασμένο για την καταβολή της ίδιας παροχής για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δεν άλλαξαν τα λοιπά, πλην του χρόνου, περιστατικά και με βάση τις ίδιες νομικές διατάξεις, έστω κι αν οι διατάξεις αυτές ερμηνεύτηκαν και εφαρμόστηκαν εσφαλμένα, αφού, όπως εκτέθηκε, και η εσφαλμένη δικαστική απόφαση δημιουργεί δεδικασμένο. (βλ. 127/1997, 194/1994, 122/1995, 327/1991 πράξεις Ι Τμ. Ελ.Συν.)». Μάλιστα, σύμφωνα με την κρίση του Ελεγκτικού Συνεδρίου το δεδικασμένο εκτείνεται και στις μελλοντικές αξιώσεις, ακόμα και σε περίπτωση εσφαλμένης δικαστικής απόφασης για όσο χρόνο αυτή δεν ανατρέπεται.

Με βάση όσα ειπώθηκαν και δεδομένου ότι, κατά την άποψή μας, η ορθή αντιμετώπιση του συγκεκριμένου ζητήματος είναι ότι σε περίπτωση τελεσίδικης δικαστικής δικαίωσης, το δεδικασμένο που παράγεται επεκτείνεται και σε μελλοντικές αξιώσεις, γνώμη μας είναι ότι υπάλληλοι που για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα έλαβαν επίδομα αδείας και δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα δυνάμει δικαστικής απόφασης, πρέπει να συνεχίσουν να λαμβάνουν αυτά και στο μέλλον και για όσο χρόνο δεν αλλάζουν ή δεν ανατρέπονται οι συνθήκες, χωρίς να καταφεύγουν στα Δικαστήρια.

από www.epoli.gr