“Παράθυρο” διεκδίκησης δώρων και επιδομάτων για συνταξιούχους

Πληθαίνουν οι αποφάσεις των ελληνικών Δικαστηρίων, οι οποίες δικαιώνουν συνταξιούχους και επιδικάζουν υπέρ αυτών ποσά δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων αδείας, όπως τα ποσά αυτών των παροχών είχαν προσδιοριστεί πριν την κατάργησή τους με το ν. 4093/2012, με το epoli.gr σήμερα, να προχωρά σε μία διαφωτιστική – οδηγό νομική ανάλυση.

Μετά τις κρίσιμες σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο εξέτασε το ζήτημα σε επίπεδο Ολομέλειας, έχουν ήδη εκδοθεί αρκετές αποφάσεις πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων Δικαστηρίων, με τις οποίες επιδικάζονται τα σχετικά ποσά σε συνταξιούχους.

Το σκεπτικό των αποφάσεων που δικαιώνουν του συνταξιούχους

Το σκεπτικό αυτών των αποφάσεων είναι το ακόλουθο: Σε περιπτώσεις εξαιρετικά δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών, και εφόσον προκύπτει αιτιολογημένα ότι το κράτος αδυνατεί να παράσχει επαρκή χρηματοδότηση στους ασφαλιστικούς οργανισμούς και ότι δεν υφίσταται δυνατότητα διασφαλίσεως της βιωσιμότητας αυτών με άλλα μέσα, δεν αποκλείεται, κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, η επέμβαση του νομοθέτη για τη μείωση και των απονεμηθεισών ακόμη συντάξεων, εφεξής. Η δυνατότητα περικοπής δεν είναι απεριόριστη, αλλά οριοθετείται από τα άρθρα 25 παρ. 4 και 4 παρ. 5 του Συντάγματος και την αρχή της αναλογικότητας, ενώ πρέπει να διασφαλίζεται η χορήγηση στο συνταξιούχο παροχών τέτοιων που να του επιτρέπουν να διαβιώνει με αξιοπρέπεια. Για την περικοπή απαιτείται να προηγηθεί ειδική, εμπεριστατωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη, εκτός αν συντρέχει άμεση απειλή κατάρρευσης της οικονομίας της Χώρας και τα συγκεκριμένα μέτρα λαμβάνονται κατεπειγόντως για την αποτροπή του κινδύνου. Η κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 του ν. 4024/2011 περικοπή της σύνταξης δεν αντίκειται στις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Οι μεταγενέστερες όμως διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 4052/2012 και κυρίως του άρθρου 1 του ν. 4093/2012, για την περικοπή εκ νέου των κύριων και επικουρικών συντάξεων, αντίκεινται στις ανωτέρω διατάξεις. Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την υπ’ αριθμ. 2287/2015 απόφασή της, έχει δεχθεί ότι οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων (αντισυνταγματικότητα την οποία διαπίστωσε) επέρχονται μετά την δημοσίευση της απόφασης αυτής, ενώ ο δικαστής που θα επιληφθεί στο μέλλον αγωγής αποζημιώσεως δεν μπορεί να επιδικάσει αποζημίωση για παρελθόντα (δηλαδή προς της  έκδοσης της εν λόγω απόφασης) χρονικά διαστήματα.

Πώς πρέπει να κινηθούν οι συνταξιούχοι για να διεκδικήσουν την επιστροφή των χρημάτων τους;

Τι σημαίνουν όμως όλα αυτά; Το Ανώτατο Ακυρωτικό έκρινε –κατά πλειοψηφία- ότι οι διατάξεις με τις οποίες περικόπηκαν αρχικώς και εν συνεχεία καταργήθηκαν οι παροχές των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και των επιδομάτων αδείας είναι αντισυνταγματικές διότι είναι ευθέως αντίθετες σε διατάξεις του Συντάγματος, αλλά και της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τα ατομικά δικαιώματα. Ως αντισυνταγματικές δεν πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής. Η εν λόγω απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας παράγει ένα πολύ ισχυρό νομολογιακό δεδομένο για τα πρωτοβάθμια διοικητικά Δικαστήρια που θα κληθούν να εξετάσουν περιπτώσεις περικοπών, όμως δεν έχει γενική ισχύ υπό την έννοια ότι δεν παράγει δεδικασμένο για όλους τους συνταξιούχους των οποίων περικόπηκαν και καταργήθηκαν τα δώρα και το επίδομα αδείας. Αντίθετα, αυτοί θα πρέπει να προσφύγουν στα πρωτοβάθμια διοικητικά Δικαστήρια και με αγωγές να διεκδικήσουν να τους επιστραφούν τα ποσά που δεν τους έχουν καταβληθεί από 01.01.2013 και έπειτα.

 

Ποια ποσά μπορούν να διεκδικήσουν οι συνταξιούχοι;

Σύμφωνα με το ά. 140 του ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) – δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 143/28.06.2014) «Ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων εν γένει και βοηθηματούχων του Δημοσίου, καθώς και των κληρονόμων αυτών από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα και βοηθήματα είναι δύο (2) ετών…». Εξάλλου, σύμφωνα με το ά. 141 του ίδιου ως άνω Νόμου «Η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού». Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι συνταξιούχοι μπορούν σήμερα να διεκδικήσουν ποσά δώρων και επιδομάτων μπορούν να διεκδικήσουν δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδομάτων αδείας που ήταν καταβλητέα από το έτος 2016 και μετά. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι διατάξεις αυτές που καθορίζουν τον χρόνο παραγραφής των συγκεκριμένων απαιτήσεων κατά του Δημοσίου σε διετή υπήρχαν και στον προηγούμενο Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού και είχαν ελεγχθεί για την αντισυνταγματικότητά τους, πλην όμως είχαν εν τέλει κριθεί ως συμβατές με το πνεύμα του Συντάγματος και δικαιολογημένες.

 

Τι ισχύει σχετικά με τις αιτήσεις προς τις αρχές πληρωμής για καταβολή των ανωτέρω παροχών;

Κατά το ά. 143 του ν. 4270/2014 «Διακοπή παραγραφής απαιτήσεων κατά του Δημοσίου – Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α. Με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών. β. Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αίτησης για την πληρωμή της απαίτησης, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαίτησης αρχής. Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι (6) μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αίτησης. Υποβολή δεύτερης αίτησης δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή. Γ. …».

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι με την υποβολή αίτησης προς την αρμόδια αρχή πληρωμής της μη καταβεβλημένης παροχής διακόπτεται η παραγραφή της αξίωσης του συνταξιούχου έως την έκδοση απόφασης επί της αιτήσεως, εκτός αν η αίτηση δεν απαντηθεί, οπότε, στην περίπτωση αυτή, η παραγραφή διακόπτεται για έξι μήνες.

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι με την υποβολή αίτησης, η οποία κατά πάσα πιθανότητα θα απορριφθεί από την αρμόδια αρχή πληρωμών, ενόψει και των πρόσφατων δηλώσεων του Υπουργού Οικονομικών, ο συνταξιούχος απλώς «κερδίζει» έξι μήνες παράτασης, διακόπτοντας την παραγραφή των αξιώσεών του για το χρόνο αυτό. Τούτο έχει σημασία για όσους δεν επιθυμούν να ασκήσουν την αγωγή τους εντός της τρέχουσας χρονιάς, αλλά σκοπεύουν να κάνουν αυτό τους πρώτους μήνες του 2019. Αυτό διότι όσοι συνταξιούχοι σκοπεύουν να ασκήσουν αγωγή εντός του 2018 διεκδικώντας δώρα και επιδόματα, μπορούν να ζητήσουν να τους καταβληθούν οι παροχές από το 2016 και μετά. Μετά την 31.12.2018 θα έχει παρέλθει η διετία από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν αυτές οι παροχές.

Συμπέρασμα: Ο κάθε συνταξιούχος θα πρέπει πρωτίστως να αποφασίσει αν επιθυμεί να διεκδικήσει δικαστικώς τις παροχές που του περικόπηκαν τα τελευταία χρόνια (καθώς μόνο με την υποβολή της αιτήσεως δεν θα του επιστραφούν). Αν αποφασίσει ότι θα κινηθεί δικαστικά, εν συνεχεία θα πρέπει να αποφασίσει πότε θα ασκήσει τη σχετική αγωγή. Αν επιθυμεί η αγωγή να ασκηθεί εντός του 2018 τότε δεν χρειάζεται να υποβάλει την οποιαδήποτε αίτηση στο ταμείο του. Αν, όμως, αποφασίσει ότι θα ασκήσει την αγωγή τους πρώτους μήνες του 2019 τότε και μόνο θα πρέπει να υποβάλει στο ταμείο του την αίτηση για επιστροφή των χρημάτων που του περικόπηκαν και τούτο προκείμενου να διακόψει την παραγραφή για τα ποσά που δικαιούται για το έτος 2016. Σε κάθε περίπτωση η διακοπή της παραγραφής ισχύει για 6 μήνες, επομένως θα πρέπει η σχετική αγωγή να ασκηθεί εντός 6 μηνών από την ημέρα υποβολής της αιτήσεως στο ταμείο.