Εκδήλωση μνήμης και τιμής για τους 14 εκτελεσθέντες στον Ελικώνα (Ζερίκι)

Πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 3 Ιουνίου 2018, η τελετή μνήμης και τιμής για τους 14 εκτελεσθέντες στον Ελικώνα (Ζερίκι) στις 25 Μαΐου 1942 από τα ιταλικά φασιστικά στρατεύματα.

Στην εκδήλωση παραβρέθηκαν και κατέθεσαν στεφάνια: η Δήμαρχος Λεβαδέων κ. Γιώτα Πούλου, οι βουλευτές Βοιωτίας κ.κ. Ν. Θηβαίος και Α. Κουτσούμπας, ο Υποδιοικητής Αστυνομικής Διεύθυνσης κ. Κ. Τοπάλης, ο Υποδιοικητής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Λιβαδειάς κ. Κ. Πούλος, η πρόεδρος της Δημοτικής Κοινότητας Λιβαδειάς κ. Ν. Δήμου και εκ μέρους των συγγενών των θυμάτων η κ. Σταυρούλα Πούλου , η οποία μίλησε για το χρονικό της εκτέλεσης.

Παραβρέθηκαν επίσης, οι Αντιδήμαρχοι του Δήμου Λεβαδέων κ.κ. Σ. Θεοδωρόπουλος, Χ. Κυπραίος, Γ. Κωτσαδάμ και Ν. Τζουβάρας. Ο επικεφαλής της Λαϊκής Συσπείρωσης κ. Ε. Κοτσικώνας και ο δημοτικός Σύμβουλος κ. Ν. Μπράλιος. Παραβρέθηκαν επίσης ο πρόεδρος του Συλλόγου Ποντίων κ. Τρ. Υφαντίδης, απόγονοι των εκτελεσθέντων και πολλοί δημότες.

Η Δήμαρχος Λεβαδέων κ. Γιώτα Πούλου απηύθυνε τον ακόλουθο χαιρετισμό:
“Αγαπητές συμπατριώτισσες και συμπατριώτες
Αγαπητές κυρίες και κύριοι,
«Τα θεμέλιά μου στα βουνά», λέει ο Ελύτης,
«και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος.

Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω».
Παραφράζοντας…Μνήμη του λαού μου σε λένε Ζερίκι, σε λένε Δίστομο, σε λένε Καρακόλιθο, Καλάμι, Δαύλεια, Κυριάκι!
Είμαστε εδώ για να κρατήσουμε τη μνήμη ζωντανή, ως φάρο, που λάμπει, διδάσκει και εμπνέει.
Κάθε πόλεμος φέρνει νεκρούς, καταστροφές, συμφορές.
Δραματική σελίδα στην τοπική ιστορία αποτελεί ο άδικος θάνατος των 14 αθώων θυμάτων.
Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς με το προσήκον μέτρο, για γεγονότα που ακόμη και η αλήθεια, δύσκολα γίνεται πιστευτή.

Σ’ αυτόν εδώ όμως τον πόλεμο ειδικά, ο ναζισμός και ο φασισμός λειτούργησαν ως επιταχυντές της απανθρωπιάς, της φρίκης και των εγκλημάτων πολέμου. Εγκλήματα, που η Ιστορία αποδίδει σε ορδές βαρβάρων.
Είμαστε εδώ γιατί δεν αφήνουμε τη θυσία να σκεπαστεί από τη λήθη.

Είμαστε εδώ για να στείλουμε το μήνυμα της Ειρήνης, της καταδίκης των πολέμων, της καταδίκης του ναζισμού και του κάθε μορφής ολοκληρωτισμού, προς κάθε κατεύθυνση σε όλη την Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο.

Η σκέψη μας κυριαρχείται από δύο λέξεις:
«ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ!».
Η Ελλάδα είναι το σύμβολο της μαρτυρικής υποδουλωμένης, ματωμένης, αλλά ζωντανής Ευρώπης.
Ευχαριστούμε όλους εσάς που παραβρεθήκατε
εδώ κρατώντας τη μνήμη ζωντανή.”

 

Η ομιλία της κας Μάρτυ Λάμπρου

Στέκομαι εδώ σήμερα μαζί σας με σεβασμό, σεμνότητα και αγάπη γιατί έτσι κατανοούμε με βάθος και αξία τον πόνο μας για τα δέκα τέσσερα δικά μας παλικάρια. Να δώσουμε και εμείς το παρόν  και τον αγώνα για την ελεύθερη συνείδηση αφού οι ήρωες δεν αρέσουν στην εποχή μας που ενδιαφέρεται περισσότερο για την ατομική μοίρα και τη  δημόσια κατανάλωση. Μήπως όμως με κίνδυνο  να πάθουμε ανοσία; Στέκομαι με σεβασμό μπροστά στους δέκα τέσσερις και γονατίζω επειδή εκείνοι δε γονάτισαν. Γιατί ήταν άνθρωποι που κυριαρχούνταν από έναν κοινό σκοπό. Δεν ζούσαν μόνο για τον εαυτό τους. Σκληροί και τσεκουράτοι είχαν κάτι που λείπει σήμερα, την ευθύνη για τη ζωή τους απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Τη ζωή τους που έδωσαν και έχασαν. Επιτρέψτε μου να τους καλέσω άλλη μία φορά:

Ιωάννης Αλαφογιάννης, ετών 20

Κωνσταντίνος Δήμου, ετών 25

Σεραφείμ Καλλιαντάσης, ετών 34

Παναγιώτης Κορογιάννος, ετών 33

Σταύρος Κωτσαδάμ, ετών 29

Δημήτριος Κωτσαδάμ, ετών 33

Βασίλειος Κωτσαδάμ, ετών 47

Λουκάς Κωτσαδάμ, ετών 18

Νικόλαος Κολιούκος,  ετών 18

Ιωάννης Καρβούνης, ετών 33

Κωνσταντίνος Ο. Πούλος, ετών 31

Πούλος Πούλος, ετών 23

Λουκάς Παπαθανασίου, ετών 32

Κωνσταντίνος  Ι. Πούλος, ετών 23, ο παππούς μου.

Μιας και βρίσκομαι σήμερα σε αυτή την τιμητική θέση να μιλήσω για εκείνους θα υπενθυμίσω ότι εξακολουθεί να χύνεται αίμα παντού στον κόσμο, ότι ζούμε σε αγωνία σε αυτή την εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο. Να υπενθυμίσω με ανησυχία στην καρδιά στους παλιούς αλλά και στους νεότερους που ίσως να μην γνωρίζουν  το θλιβερό αυτόν γεγονός του παρελθόντος ως μάθημα πεποίθησης και εγρήγορσης,  ώστε να μην συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο.

Ήταν 24 Μαΐου του 1942. Άνοιξη, Έπιασαν  τα δέκα τέσσερα παλικάρια οι Ιταλοί φασίστες. Είχαν παραδώσει τα όπλα τους ύστερα από εκβιασμό ότι θα έκαιγαν το χωριό. Στο πόλεμο όμως όπλα δεν παραδίδουν. Είπαν πως θα τους δικάσουν την επομένη στο στρατοδικείο της Λιβαδειάς. Εκείνη τη νύχτα στο κρατητήριο δεν είχαν πάψει στιγμή να ελπίζουν. Λογάριαζαν, προέβλεπαν, τι θα γίνει όταν ξημερώσει; Αλλά έπρεπε και  να αφουγκραστούν και να κατοπτεύσουν για πιθανή απόδραση. Χωρίς φόβο. Ο φόβος είναι ταπεινωτικό συναίσθημα. Εκείνοι είχαν πόθο για τις θεμελιώδεις ανθρώπινες αξίες και ελευθερίες. Για ψωμί, αλήθεια, όνειρο. Εκείνοι δεν είχαν επιτεθεί εναντίον κανενός. Είχαν αντισταθεί απέναντι στον κατακτητή. Ο Πούλος Πούλος είκοσι τριών  χρονώ παιδί, να αποδράσουμε, τους είπε με σταθερή φωνή. Σιωπή, βαριά σιωπή. Ακινησία. Από ποιους; Από αυτούς που ποιος μπορούσε να τους φτάσει στο πόδι, στο μάτι, στο αφτί; Απόφαση όμως να αποδράσουν δεν πάρθηκε. Περίμεναν. Από φόβο; Όχι, θα έλεγα. Από ελπίδα και ελευθερία της συνείδησης.  Θα έκαναν υπομονή μέχρι να ξημερώσει. Δεν ήταν δύσκολο να  υπομένουν, άλλωστε ήταν μαθημένοι. 25 του Μάη ήταν, άνοιξη. Με δεμένα τα χέρια των παλικαριών  δύο Ιταλοί  σκοποί τους πήγαιναν μέχρι τον χαμηλό μαντρότοιχο της Αγίας Παρασκευής. Γιατί , μωρέ γιε μ’ γιατί; Η κραυγή μιας γυναίκας ακούστηκε. Ήταν η Καλομοίρα, η μάνα του Πούλου. Τα χείλη της διέγραφαν κουράγιο. Με τα χέρια της έσπρωξε τους σκοπούς. Με θάρρος και γενναιότητα, η μάνα αυτή, να προσφέρει ψωμί στα παλικάρια και κάτι ακόμη ένα βλέμμα για τον καθένα τους. Τα χέρια της ήταν από αυτά που ξέρουν να απλώνονται και όχι να συντρίβουν. Που είναι πανέτοιμα να πεθάνουν για ότι αγαπούν.  Την επόμενη στιγμή απέναντι τους  ήταν τα προτεταμένα όπλα του αποσπάσματος με τις κάννες τους να τους στοχεύουν. Τα παλικάρια γυρίζουν τα κεφάλια τους και κοιτάζουν το χωριό τους. Κοιτάζουν τον ουρανό. Ακίνητοι. Φωνές άκουγαν, της μάνας, της γυναίκας, της αδερφής, της κόρης. Ύστερα, φωνές δεν άκουγαν παρά μόνο των όπλων που έριξαν τις σφαίρες που τους γάζωσαν. Και πριν χαθεί για πάντα το φως δεν άκουσαν παρά τον θρήνο των πουλιών μαζί με το θρόισμα του αγέρα μες στα έλατα του βουνού τους. Γιατί τα δέκα τέσσερα παλικάρια αέρα ζητούσαν. Ύστερα μόνο ένα βάρος ένιωσαν απάνω στα στήθια τους, ήταν το χώμα. Όμως, μες στο λάκκο που τους πέταξαν δεν θα είχαν άλλα βάσανα, τελειώσανε. Δεν είχαν μαζί τους τους ντορβάδες με ξεροκόμματα ψωμί, λίγο τυρί. Ούτε ενέδρες, αγρύπνια, πορεία, αγωνία, προδοσίες.

Η Κατερίνα Κορογιάννου έπεσε στον λάκκο τον αδερφό της τον Παναγιώτη να βρει και τον άντρα της τον Σταύρο. Σήκω Σταύρο, Σήκω Παναγιώτη αδερφέ μου, θα μας πάρει η μέρα. Που θα ανταμώσουμε ξανά;  Έφτασαν κι οι άλλες. Αίμα και δάκρυα ,έτσι γράφεται ο πολιτισμός. Σήκω Γιάννη, η γυναίκα σου, η Σεραφούλα, μόλις γέννησε αγόρι, Γιάννη τον έβγαλε. Σήκω κι εσύ Βασίλη. Γιατί εσύ που είσαι ο μεγαλύτερος  και γερός σαν πέτρα στάθηκες μπόσικος, γιατί δεν προστάτεψες  τους δυο γιούς σου, τα παιδιά, ήξερες το βουνό, πως να βαδίσουν χτες τη νύχτα, που να βρουν πέρασμα, που νερό, που κρυψώνα για γιατάκι. Γιατί δεν τους πρόσταξες: Πάμε.

Ξέδεσαν τα χέρια τους. Ξέπλυναν το αίμα. Ανάμεσα τους και η γιαγιά μου, η Κατερίνα, με ένα ορφανό στο χέρι, Κωνσταντίνο, τον ονόμασε, και ένα ακόμη ορφανό στην κοιλιά της, τον πατέρα μου, τον Γιάννη. Κι εγώ η εγγονή του  έχω ζήσει με ότι μου αφηγήθηκαν  ο πατέρας μου και η γιαγιά μου. Έχω ζήσει και την πίκρα στο στόμα και τον πόνο μαζί με τις χήρες, τα ορφανά, τα εγγόνια στις 25 του Μάη. Και κάθε φορά πρσχωρούσα στις ψυχές τους. Και κατάλαβα ότι υπάρχει μια γνήσια πραγματικότητα, ένα αθάνατο χάραγμα, μια αλήθεια που μου μεταφέρει  αυτός ο ασπρόμαυρος  σπαραχτικός κόσμος που μου μιλά αγέλαστα δίχως στολίδια  κατευθείαν στη συνείδηση.  Μια πραγματικότητα σαν φάρος μέσα στην περίπλοκη και συγχυσμένη εποχή μας της επιπολαιότητας που στηρίζεται σε τεχνική ορολογία  για πρακτικούς  σκοπούς και ατομικό  μόνο συμφέρον και  που την αποκαλούμε ζωή.