ΓΥΝΑΙΚΕΣ και ΕΡΓΑΣΙΑ

Άρθρο του Δημήτρη Κατσορίδα (στο rproject.gr)

Με την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού και την εφαρμογή των μνημονίων από το 2010 και μετά, επήλθε πλήρης αποδιάρθρωση της αγοράς εργασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η εργαζόμενη γυναίκα γίνονται ακόμη οξύτερα, όπου μαζί με τη νεολαία είναι οι δύο κοινωνικές ομάδες, οι οποίες πλήττονται περισσότερο.

Αυτό με τη σειρά του επι­φέ­ρει ακόμη με­γα­λύ­τε­ρα προ­βλή­μα­τα στην ήδη προ­βλη­μα­τι­κή εκ­προ­σώ­πη­ση των γυ­ναι­κών στα συν­δι­κά­τα. Διότι, αν δε­χτού­με ότι η ερ­γα­σία απο­τε­λεί βα­σι­κό κρι­τή­ριο για τη θέση του ατό­μου στην κοι­νω­νία, μπο­ρού­με να κα­τα­λά­βου­με πόσο ση­μα­ντι­κή είναι, από την άποψη της χει­ρα­φέ­τη­σης της γυ­ναί­κας, η έντα­ξή της στην αγορά ερ­γα­σί­ας. Η υπο­βάθ­μι­ση των γυ­ναι­κών σε επι­σφα­λείς θέ­σεις ερ­γα­σί­ας ή ο απο­κλει­σμός τους από την ερ­γα­σία, υπο­νο­μεύ­ουν και τη συμ­με­το­χή τους στη δη­μό­σια σφαί­ρα.

Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της πα­ρου­σί­ας των γυ­ναι­κών στην ελ­λη­νι­κή αγορά ερ­γα­σί­ας δεί­χνουν χα­μη­λή συμ­με­το­χή στην απα­σχό­λη­ση και υψηλά πο­σο­στά ανερ­γί­ας, ενώ ο κοι­νω­νι­κός κα­τα­με­ρι­σμός ερ­γα­σί­ας, ο οποί­ος ανα­πα­ρά­γει τα στε­ρε­ό­τυ­πα και τις δια­κρί­σεις ενός συ­ντη­ρη­τι­κού πα­ρα­δο­σια­κού ρόλου που σχε­τί­ζε­ται με την οι­κο­γέ­νεια, τη φρο­ντί­δα και το νοι­κο­κυ­ριό, ωθεί τις γυ­ναί­κες στη με­ρι­κή απα­σχό­λη­ση, στην άτυπη και υπο­α­μει­βό­με­νη ερ­γα­σία, στην αυ­το­α­πα­σχό­λη­ση και στην κατ’ οίκον ερ­γα­σία. Δεν είναι τυ­χαίο ότι η υπο­βάθ­μι­ση των δη­μό­σιων κοι­νω­νι­κών υπη­ρε­σιών (π.χ. πε­ρί­θαλ­ψης, φρο­ντί­δας κλπ.) έχει με­γα­λύ­τε­ρες επι­πτώ­σεις στις γυ­ναί­κες απ’ ότι στους άν­δρες, επει­δή κατά κύριο λόγο οι γυ­ναί­κες ανα­λαμ­βά­νουν την φρο­ντί­δα συγ­γε­νών προ­σώ­πων που έχουν ανά­γκη βο­ή­θειας.

Έτσι, πολ­λές γυ­ναί­κες, λόγω του πε­ριο­ρι­σμού του οι­κο­γε­νεια­κού ει­σο­δή­μα­τος και της ακρί­βειας των υπη­ρε­σιών φρο­ντί­δας, ανα­γκά­ζο­νται να απο­συρ­θούν από την ερ­γα­σία και οδη­γού­νται να πα­ρέ­χουν υπη­ρε­σί­ες εντός της οι­κο­γέ­νειας χωρίς αμοι­βή. Δη­λα­δή, ανα­λαμ­βά­νουν υπη­ρε­σί­ες, οι οποί­ες θα έπρε­πε να πα­ρέ­χο­νται από ένα κοι­νω­νι­κό κρά­τος.

Όσον αφορά αυτές που ακόμη ερ­γά­ζο­νται, φαί­νε­ται ότι η ερ­γα­σία τους συ­γκε­ντρώ­νε­ται σε κλά­δους ως επί το πλεί­στον κα­κο­πλη­ρω­μέ­νους (π.χ. εμπό­ριο), βρί­σκο­νται σε δυ­σμε­νέ­στε­ρη κα­τά­στα­ση σχε­τι­κά με τη θέση που κα­τέ­χουν στον χώρο απα­σχό­λη­σης, έχουν χα­μη­λό­τε­ρες απο­λα­βές από τους άν­δρες, οι θέ­σεις ερ­γα­σί­ας με συμ­βά­σεις ορι­σμέ­νου χρό­νου προ­σφέ­ρο­νται πιο συχνά σε γυ­ναί­κες απ’ ότι σε άν­δρες, και τε­λι­κά το απο­τέ­λε­σμα είναι η έλ­λει­ψη ασφά­λειας, δι­καιω­μά­των, επαγ­γελ­μα­τι­κής εξέ­λι­ξης και η απο­μά­κρυν­ση από την ερ­γα­σία.

Η εν λόγω κα­τά­στα­ση έχει επι­πτώ­σεις όχι μόνο σε βάρος των γυ­ναι­κών, αλλά και σε βάρος συ­νο­λι­κά του συν­δι­κα­λι­στι­κού κι­νή­μα­τος, τόσο σε ότι αφορά τη συμ­με­το­χή των γυ­ναι­κών, όσο και στο ότι κάνει πιο δυ­σμε­νή τη δια­πραγ­μα­τευ­τι­κή δύ­να­μη των συν­δι­κά­των σχε­τι­κά με τους όρους απα­σχό­λη­σης και το είδος της σύμ­βα­σης ερ­γα­σί­ας. Διότι, η δυ­σμε­νέ­στε­ρη θέση των γυ­ναι­κών στην ερ­γα­σία και η προ­σω­ρι­νό­τη­τας που αυτή ενέ­χει, επη­ρε­ά­ζει ποιο­τι­κά και πο­σο­τι­κά τη συμ­με­το­χή τους, με συ­νέ­πεια να μην τους επι­τρέ­πει να πά­ρουν απο­φά­σεις για δρα­στη­ριο­ποί­η­ση. Από την άλλη, λόγω αυτής της δυ­σμε­νούς θέσης των γυ­ναι­κών, είναι ανα­γκαίο και τα συν­δι­κά­τα να προ­σεγ­γί­σουν τα θέ­μα­τα αυτά από την οπτι­κή του φύλου. Και δεν ανα­φε­ρό­μα­στε στην τυ­πι­κή από­δο­ση ίσων δι­καιω­μά­των, αλλά στην δη­μιουρ­γία κι­νή­τρων για ου­σια­στι­κή συμ­με­το­χή των γυ­ναι­κών στα κοινά, η οποία ση­μαί­νει συν­δια­μόρ­φω­ση θέ­σε­ων και προ­τά­σε­ων σε όλα τα επί­πε­δα. Όμως, πάνω απ’ όλα ση­μαί­νει λει­τουρ­γί­ες και πρα­κτι­κές που συμ­βάλ­λουν στην επί­τευ­ξη της ισό­τη­τας.