Το κοινωνικό φαινόμενο των ναρκωτικών και η σημασία της πρόληψης, συζητήθηκε σε εκδήλωση του ΕΣΥΝ στη Λιβαδειά

Ανοιχτή εκδήλωση με θέμα: «Το κοινωνικό φαινόμενο των ναρκωτικών και η σημασία της πρόληψης» διοργάνωσε στην αίθουσα εκδηλώσεων του Επιμελητηρίου Βοιωτίας στη Λιβαδειά το παράρτημα Βοιωτίας του Εθνικού Συμβουλίου κατά των Ναρκωτικών με ομιλητή τον κοινωνιολόγο και Γραμματέας της Εκτελεστικής Επιτροπής του Ε.ΣΥ.Ν. Παναγιώτη Κατηφέ, ο οποίος στο πλαίσιο της συζήτησης που αναπτύχθηκε απάντησε στις ερωτήσεις και τους προβληματισμούς των παρευρισκομένων.

«Το φαινόμενο της τοξικοεξάρτησης είναι ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο, με την έννοια ότι πάρα πολλοί παράγοντες συμβάλλουν στη γέννηση και ανάπτυξή του (κοινωνικοί, οικονομικοί, ψυχολογικοί, ιστορικοί, πολιτισμικοί, βιολογικοί κλπ), όπως όλα όμως τα πολυπαραγοντικά φαινόμενα έτσι και αυτό είναι κατεξοχήν κοινωνικό. Εντάσσεται σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικοοικονομικό σύστημα το οποίο τελικά ορίζει τις συνθήκες παραγωγής, πώλησης αλλά και κατανάλωσης ναρκωτικών ουσιών», σημείωσε ο κ. Κατηφές και συμπλήρωσε: «Η εμφάνιση της τοξικοεξάρτησης ως κοινωνικού φαινομένου, αλλά και η ορολογία τοξικομανία στην επιστήμη, παρατηρείται κατά τη φάση περάσματος στον καπιταλισμό το 19ο αιώνα, όταν η νεοδημιουργηθείσα εργατική τάξη κατέφευγε μαζικά στη χρήση οπιοειδών προκειμένου να αντέξει τις εξοντωτικές συνθήκες εργασίας και την πείνα, που επικρατούσαν στα βιομηχανικά κέντρα της Αγγλίας».

Τόνισε δε ότι η κρίση φέρνει και περισσότερη χρήση με την έννοια ότι ευνοεί μια σειρά από παράγοντες που αφορούν το άτομο, την οικογένεια και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον οι οποίοι με τη σειρά τους ευνοούν την καταφυγή στη χρήση παράνομων ουσιών, αλλά και άλλες μορφές εξάρτησης, όπως το αλκοόλ και ο τζόγος.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε για την Ελλάδα σήμερα δείχνουν ότι πάνω από  το 65% των εφήβων έχει πειραματιστεί με την κάνναβη, ότι έχει τριπλασιαστεί ο αριθμός των μαθητών που συστηματοποιεί τη χρήση της (από 3,4% το 1984 σε 13,5% το 2011), ότι το 8% των μαθητών κάνει συστηματική χρήση κάνναβης, το 1,8% όσων κάνουν χρήση κάνναβης είναι μαθητές Α’ και Β’ Γυμνασίου, ότι έχει μειωθεί η ηλικία πρώτης επαφής με τα ναρκωτικά πριν τα 14 έτη, ότι οι νέες μαθήτριες μπαίνουν πολύ πιο δυναμικά στη χρήση από ότι στο παρελθόν. Η γενική χρήση ουσιών στην Ελλάδα στους μαθητές είναι 9%, όταν στην ΕΕ είναι 22% και στις ΗΠΑ 36%.

«Με τη διάδοση των ναρκωτικών, μια ολόκληρη νεολαία διαπαιδαγωγείται να μην σκέφτεται, να μην αγωνίζεται, να μην αντιδρά, να μην αναζητά λύσεις», τόνισε χαρακτηριστικά και πρόσθεσε πως ακόμα και στον τομέα της απεξάρτησης, την περίοδο αυτή ένα μεγάλο μέρος εξαρτημένων ατόμων χάνει το κίνητρό του για θεραπεία και βυθίζεται ακόμα περισσότερο στην παθητικότητα της χρήσης, επειδή νιώθει ότι αν διακόψει τις ουσίες, θα βρεθεί αντιμέτωπο όχι μόνο με τα προσωπικά του προβλήματα, αλλά και με την ανεργία, τον κοινωνικό ρατσισμό και τελικά την απουσία οποιασδήποτε θετικής προοπτικής.

Επίσης στην Ελλάδα είναι χαρακτηριστικά τα στοιχεία που δείχνουν πως οι κοινωνικές αιτιάσεις είναι δομικό στοιχείο για την προτροπή προς την χρήση ουσιών

Πιο συγκεκριμένα, πάνω από το 60% των εξαρτημένων στη χώρα μας ήταν μακροχρόνια άνεργοι πριν τη χρήση, πάνω από το 50% των εξαρτημένων στη χώρα μας έχουν εγκαταλείψει το σχολείο, οι νομοί Πιερίας και Καστοριάς ήταν για δύο  συνεχόμενα χρόνια οι νόμοι με την μεγαλύτερη αύξηση της χρήσης στους νέους κάτω των 20 ετών και παράλληλα η νομοί με την μεγαλύτερη αύξηση της ανεργίας στις νέες ηλικίες, υπάρχει τάση μείωσης – μη συμμετοχής της οικογένειας στην θεραπευτική διαδικασία στα χρόνια της κρίσης και άνοδος της χρήσης στις μαθητικές ηλικίες και κυρίως στις νέες κοπέλες στα χρόνια της κρίσης

«Όταν μιλάμε για το ρόλο της πρόληψης δεν μπορούμε να την προσεγγίζουμε μονοδιάστατα. Πρέπει να βλέπουμε την πρόληψη στην κοινωνική της βάση αφού εκεί εντοπίζουμε και την μήτρα της τοξικομανίας και τη διάδοση της κυρίως σε νέες ηλικίες. Να έχουμε καθαρό ότι όταν μιλάμε για πρόληψη δεν αναφερόμαστε απλά στην ενημέρωση, αλλά ολοκληρωμένη πρόληψη σημαίνει ένας άλλος τρόπος ζωής. Μιλάμε για έναν άλλο τρόπο ζωής που θα ορθώνει αντιστάσεις στη χρήση», υπογράμμισε ο Π. Κατηφές.

Παράλληλα υποστήριξε ότι  «τα ναρκωτικά είναι ναρκωτικά και δεν διαχωρίζονται σε σκληρά και μαλακά, όπως δεν υπάρχουν σκληρές και μαλακές αιτίες που σε ωθούν στη χρήση»

Ακόμα έδωσε έμφαση στο ότι το ΕΣΥΝ τονίζει πως το  βάρος πρέπει να δοθεί στην πρωτογενή πρόληψη, δηλαδή να απευθύνεται στο σύνολο του νεανικού πληθυσμού, πριν να εκδηλωθεί το πρόβλημα, με στόχο τον περιορισμό της ζήτησης.

«Για να γίνει αυτό πρέπει να μην εξαντλείται στην ενημέρωση αλλά να στοχεύει στη διαμόρφωση μιας υγιούς και ισορροπημένης προσωπικότητας, με τις απαραίτητες γνώσεις, στάσεις ζωής, δεξιότητες που θα μπορεί να αντισταθεί στην προσφορά ναρκωτικών», είπε και πρόσθεσε: «Η πρωτογενής πρόληψη όμως δεν πρέπει να εστιάζει μόνο στους νέους αλλά σε ολόκληρο τον πληθυσμό. Θα πρέπει να δίνει έμφαση τόσο στο άτομο όσο και στο περιβάλλον του (οικογένεια, σχολείο) και να λαμβάνει υπόψη της τις ιδιαιτερότητες που εμφανίζουν τα διάφορα γεωγραφικά επίπεδα της χώρας, η εμπορία, η διακίνηση, η προσφορά, η ζήτηση και η χρήση ουσιών».

Σε αυτό το πλαίσιο είπε ότι «απαραίτητος προβάλλει ο κεντρικός σχεδιασμός για την οργάνωση στα σχολεία ειδικών προγραμμάτων πρόληψης για εφήβους και νέους. Η οργάνωση, η λειτουργία και η αποτίμηση του έργου τους, που θα πρέπει να είναι μακροπρόθεσμη, μπορεί να στηριχτεί από τη σύνδεση του σχολείου με ειδικές επιστημονικές ομάδες (Κέντρα Πρόληψης),  αλλά και μαζικούς φορείς της περιοχής».

Σε ότι αφορά στη νομοθεσία που αφορά τις εξαρτησιογόνες ουσίες αυτή «πρέπει να διακατέχεται από πνεύμα αντιμετώπισης των αιτιών του προβλήματος και όχι από πνεύμα απλής διαχείρισης και τιμωρίας. Να δίνει έμφαση στην πρόληψη, τη θεραπεία, την κοινωνική επανένταξη και να διασφαλίζει το δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα τους».