Οι επικείμενες αλλαγές στην εργατική νομοθεσία και οι προκλήσεις για τα συνδικάτα

του Δημήτρη Κατσορίδα*

 Ένας από τους βασικούς σταθμούς στην ιστορία των εργατικών αγώνων στην Ελλάδα ήταν η υιοθέτηση του Νόμου 1264 του 1982, ο οποίος αναδιοργάνωσε το συνδικαλιστικό κίνημα, συμπεριέλαβε αρκετά μέτρα εκδημοκρατισμού του και θεσμοθέτησε μεταρρυθμίσεις προς όφελος των εργαζομένων. Έτσι, τα συνδικάτα μπόρεσαν να προβούν σε εκκαθάριση των μητρώων τους από σωματεία-σφραγίδες, ενώ ενισχύθηκε η συμμετοχή των εκπροσώπων των εργαζομένων στα κέντρα λήψης των πολιτικών αποφάσεων.

Όμως, ταυτόχρονα, αυτή η πρόσβαση στην εξουσία προκάλεσε πολλαπλές αλλοιώσεις στο συνδικαλιστικό κίνημα, όπως για παράδειγμα την αυξημένη παρέμβαση των πολιτικών κομμάτων στη ζωή των συνδικάτων.

Οι κρατούντες, εκμεταλλευόμενοι τις αδυναμίες και παθογένειες των συνδικάτων και κυρίως των συνδικαλιστικών τους εκπροσώπων, επιχειρούν να επιβάλλουν ανατροπές που θα αλλάξουν τον χάρτη του συνδικαλισμού.

Όμως, γιατί θέλουν οι κρατούντες να αλλάξουν τον Ν.1264;

Είναι γεγονός ότι τα χρόνια των Μνημονίων αναιρέθηκαν όλες οι μέχρι τώρα κατακτήσεις του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος, επιστρέφοντας μάλιστα, την εργατική νομοθεσία ένα αιώνα πίσω. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την απαξίωση, από το κράτος και τους εργοδότες, του συνδικαλισμού της λογικής των «κοινωνικών εταίρων» και της διαμεσολάβησης, επειδή δεν υπάρχουν, πλέον, οι υλικές προϋποθέσεις πάνω στις οποίες στηρίχτηκαν οι σχέσεις μεταξύ κράτους-εργοδοτών και συνδικάτων. Γι’ αυτό θέλουν και την αλλαγή επί το συντηρητικότερο του συνδικαλιστικού νόμου 1264 του 1982.

Όλα αυτά, συνεπικουρούμενα από την κατάργηση, ουσιαστικά, των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και την κατάργηση της Εργατικής Εστίας, που έκαναν οι κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας-ΠΑΣΟΚ, μειώνουν σημαντικά τους πόρους συντήρησης των συνδικάτων, οι οποίοι δικαιωματικά τους ανήκουν εφόσον προέρχονται μόνο από την εισφορά των εργαζομένων.

Κατά συνέπεια, ο συνδικαλισμός όπως τον ξέραμε μέχρι τώρα έχει ηττηθεί.

Η ανασυγκρότηση του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος, καθώς επίσης η αναβάθμιση του περιεχομένου της συνδικαλιστικής παρέμβασης και διεκδίκησης επιδέχεται, πλέον, και νέες μορφές οργάνωσης του κόσμου της εργασίας.

Υπό αυτή την έννοια, είναι αναγκαίο να ανοίξουν τη συζήτηση τα συνδικάτα, μεταρρυθμίζοντας την ατζέντα και τις θεσμικές τους πρακτικές, με τους δικούς τους όρους, ώστε να μην τους επιβάλλει το κράτος, κάθε φορά, την δική του ατζέντα συζήτησης. Διότι, η ίδια η πραγματικότητα, μας αναγκάζει να παρατηρήσουμε τις διεργασίας που συντελούνται και να προσπαθήσουμε να ξεπεράσουμε τις αγκυλώσεις, να πειραματιστούμε, να ανοίξουμε νέους δρόμους, να δώσουμε απαντήσεις και να αξιοποιήσουμε όλες τις μορφές και εμπειρίες τόσο του παρελθόντος όσο και των σύγχρονων.

Αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει τη συγκρότηση ενός εναλλακτικού συνδικαλιστικού προγράμματος που θα ενοποιεί τους εργαζόμενους στη μαύρη αγορά εργασίας, τους άνεργους και τους μετανάστες με τους εργαζόμενους που ακόμη έχουν εργασία και που θα βασίζεται στην εργατική αλληλεγγύη, την εργατική δημοκρατία και την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων στις αποφάσεις.

Τέλος, να πούμε ότι αν και τα συνδικάτα έχουν πολλές αδυναμίες και παθογένειες, παρ’ όλα αυτά είναι απαραίτητη η ύπαρξή τους. Διότι, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι κοινωνικές κατακτήσεις και η υπεράσπιση της δημοκρατίας συντελέστηκαν πάντα μέσω αυτών· το κυριότερο, αποτελούν επίτευγμα της εργατικής τάξης, διότι είναι το εργαλείο μέσω του οποίου οι εργαζόμενοι οργανώνουν την συλλογική προώθηση των συμφερόντων τους.

Μπορούμε, λοιπόν, να φανταστούμε μια κοινωνία χωρίς συνδικάτα; Τι κοινωνία θα ήταν αυτή;

  • Ο Δημήτρης Κατσορίδας είναι μέλος του Δ.Σ. του Σωματείου Εργαζομένων ΙΝΕ-ΓΣΕΕ και Επιστημονικός Συνεργάτης του εν λόγω φορέα. Το εν λόγω κείμενο αποτέλεσε εισήγηση στην εκδήλωση στη Βοιωτία.