Μοιραζόμαστε τ’ όνειρο ή τον εφιάλτη;

Του Νίκου Σερβετά

 

Συγκλονιστικό το κείμενο του Κώστα Εφήμερου με τίτλο «Το προτελευταίο κείμενο του ThePressProject» που δημοσίευσε χθες και αναφέρεται στο δυσοίωνο μέλλον της προσπάθειας ζωής που έκανε ο ίδιος.

Δεν μπορώ να πω ότι τον γνωρίζω τον άνθρωπο, συναντηθήκαμε μερικές φορές σε κοινωνικές ή επαγγελματικές συναθροίσεις κι αυτό είναι όλο. Ούτε μπορώ να πω ότι συμφωνώ σε κάθε γραμμή, σε κάθε λέξη του κειμένου του. Απλώς θαυμάζω αυτό το «naif ψώνιο» που έχει μέσα του και έχει μετατρέψει τις κομπιουτερίστικες γνώσεις του σε δημοσιογραφικό δαιμόνιο. Θέλει να ενημερώσει, να κάνει αποκαλύψεις, να ρίξει φως σε πτυχές  τις δημόσιας ζωής που επηρεάζουν την προσωπική ζωή του καθένα μας. Και αυτό θέλει να το πληρώνουν οι αναγνώστες του.

Σε αυτό που δεν συμφωνώ, κυρίως, είναι ότι θεωρεί δεδομένα τα αυτονόητα, τα οποία εγώ, πληρώνοντας ακριβά αυτή τη γνώση, έχω μάθει να μην θεωρώ. Εμπόδιο στη ερευνητική δημοσιογραφία δεν είναι μόνον τα μεγάλα οργανωμένα συμφέροντα, αυτά χρησιμοποιούν τη δημοκρατία ως άλλοθι αυθαιρεσίας. Η αποκάλυψη του σκανδάλου Watergate έριξε από την προεδρία των ΗΠΑ τον Νίξον, όχι το σύστημα που εκπροσωπεί ούτε τον τρόπο που σκέπτονται και ψηφίζουν, σήμερα, οι Αμερικανοί πολίτες. Η αποκάλυψη του σκανδάλου Κοσκωτά, στην Ελλάδα, έβαλε φυλακή τον Κοσκωτά, δεν άλλαξε τον τρόπο λειτουργίας των τραπεζών.

Όχι, βέβαια, ότι δεν πρέπει να γίνονται παρόμοιες αποκαλύψεις, να υπάρχει δημοσιογραφική έρευνα, κάθε άλλο. Πρέπει, όμως, το κοινό στο οποίο απευθύνονται τα δημοσιεύματα να έχει κάτι να κάνει τα στοιχεία που του δίνονται. Να έχει τη δύναμη και τον τρόπο να τα χρησιμοποιήσει για ν’ αλλάξει κάτι, αλλιώς μετατρέπονται σε εφιάλτες της καθημερινότητας ή –στην καλύτερη περίπτωση– γίνονται βάρος στην συνείδησή του. Όμως, ο καθένας ξεχωριστά δεν έχει ούτε τη δύναμη ούτε τον τρόπο.

Έτσι, οι γενναίες πλην μοναχικές προσπάθειες προσκρούουν στην καχυποψία και τη ζήλια των διπλανών, αφενός, και στους κανόνες μιας παρασιτικής αγοράς που δεν παράγει, δεν δημιουργεί αλλά προσπαθεί να ζήσει και να διαιωνιστεί από τη σάρκα του άλλου, αφετέρου.    

Πριν από μία βδομάδα, ακριβώς, προσπάθησα να ξαναδώσω ζωή στην ιστοσελίδα του περιοδικού μου, του Science Illustrated, http://www.scienceillustrated.gr/site/  που όλοι μεν θαύμαζαν, εμένα όμως με κατέστρεψε,  κυριολεκτικά, διότι ενώ στόχευα στην ποιότητα του και στο ειδικό κοινό, δεν υπολόγισα τον ύπουλο συνεργάτη, τον κλέφτη περιπτερά, τον νταβατζή διανομέα.

Ανακάλυψα το καλοκαίρι ένα, πολύ σημαντικό για μένα, θέμα: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε προτείνει για Νόμπελ Ειρήνης αυτόν που όλοι νομίζαμε ότι ήταν ο μεγάλος εχθρός του, τον Κεμάλ Ατατούρκ. Το είπα συνολικά σε τρεις ανθρώπους, σε έναν που συνέβαλε αποφασιστικά σε κάποιο σημαντικό σημείο της έρευνας, σε έναν που επί δύο μήνες ψάχναμε μαζί σε ηλεκτρονικά αρχεία και στον επιστήθιο φίλο μου, με τον οποίο, 50 χρόνια τώρα, έχουμε μοιραστεί το ίδιο χεσμένο σώβρακο. «Εσύ θέλεις να το πεις, πόσο σίγουρος είσαι ότι οι άλλοι θέλουν να το μάθουν;», ήταν η αντίδρασή του.

Δεν μοιραζόμαστε το ίδιο όνειρο, μακάρι να μπορούσαμε να το κάνουμε.

«Φυσικά και ονειρεύομαι, με ένα μισθό δεν μπορεί να ζήσει κανείς», γράφει η Κική Δημουλά. Τώρα που για τους περισσότερους δεν υπάρχει καν αυτός ο μισθός, οι περισσότεροι ζουν με εφιάλτες. Απ’ αυτούς τους εφιάλτες θα πρέπει να απαλλαγούμε πριν ξαναδούμε οποιοδήποτε όνειρο. Πολύ περισσότερο να το μοιραστούμε!