Πόσο δειλοί είμαστε; Ή … δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα…

Του Νίκου Σερβετά

Περίμενα πάνω από πέντε χρόνια για να γράψω αυτό το θέμα, κυρίως για να έχει αλλάξει, με μεταθέσεις, το προσωπικό στο αστυνομικό τμήμα του μικρού νησιού στο οποίο αναφέρομαι, διότι στόχος μου δεν είναι οι περίπου δέκα αστυνομικοί που εμπλέκονται, αλλά κάτι άλλο.

 

Τελευταία βραδιά των διακοπών μας, πίνουμε με την καλή μου ένα ποτό. Το μπαρ είναι πολύ μικρό και οι πελάτες στέκονται στον πολυσύχναστο και εξαιρετικά γραφικό πλακόστρωτο δρόμο, ο οποίος, από νωρίς το απόγευμα, όλο το καλοκαίρι, μετατρέπεται σε πεζόδρομο. Ούτως ή άλλως είναι δρομάκι στενό, δύσκολα περνάει αυτοκίνητο. Δεν είναι μόνον οι πελάτες των αρκετών μπαρ που στέκονται όρθιοι, αλλά και η πραμάτεια των τουριστικών καταστημάτων που κάνει τον στενό δρόμο να μην μπορεί να τον διαβεί αυτοκίνητο.

 

Αργά τη νύχτα, θεόρατο μαύρο τζιπ παραβιάζει κατ’ αρχάς το σήμα που η τροχαία έχει τοποθετήσει στην αρχή του δρόμου και απαγορεύει την κυκλοφορία, κατά δεύτερον την λειτουργία όλων των καταστημάτων – διότι οι πελάτες που στέκονται όρθιοι δεν έχουν που να πάνε και οι καταστηματάρχες θα πρέπει να μαζέψουν τα πράγματα τους – και κατά τρίτον την στοιχειώδη νοημοσύνη: «Πού πας τέτοια ώρα από ’δω άνθρωπε μου!»

 

Μέσα στο αυτοκίνητο ο οδηγός, μετρίου αναστήματος αλλά αρκετά μπρατσωμένος, μία κυρία, προφανώς η σύζυγός του, και ένα μικρό παιδί.

Ο οδηγός κορνάρει και φωνάζει: Άκρη!

 

Διαμαρτυρίες από τον κόσμο, φωνές. Είμαι κολλημένος στον τοίχο, αλλά όταν περνάει από δίπλα μου με ακουμπάει. Προσπαθώ να του μιλήσω, του εξηγώ ότι έχει 10 μέτρα να κάνει πίσω και περίπου 500 για να βγάλει τον δρόμο. «Δεν θα μου πεις εσύ από πού θα πάω σπίτι μου», ήταν η απάντησή του.

 

Δεν θέλω πολύ να ανάψω. Πάω και στέκομαι μπροστά στο αυτοκίνητο. Χειροκροτήματα, έρχονται κι άλλοι. Δείχνει πολύ εκνευρισμένος, κορνάρει ασταμάτητα. Με πλησιάζει η καλή μου: «Την άκουσα να του λέει ότι δεν φταίνε αυτοί, το μπαρ φταίει που σερβίρει έξω. Εμείς αύριο θα φύγουμε αλλά μπορεί να κλείσουν το μαγαζί του ανθρώπου»

 

Υποχώρησα, μαζί μου και οι υπόλοιποι. Η αναστάτωση συνεχίστηκε έως ότου πήγε στο σπίτι του, από τον δρόμο που ήθελε αυτός, φυσικά σε πολύ περισσότερο χρόνο από το να έκανε τον κύκλο του τετραγώνου.

 

Τα ποτά συνεχίστηκαν, μαζί τους και οι κουβέντες της τελευταίας βραδιάς των διακοπών. Τον ξαναβλέπω μπροστά μου έχοντας γύρω του 5-6 άλλους. Ο ένας απ’ αυτούς, βγάζει και μου δείχνει κάτι: «Αστυνομία, θα έρθετε μαζί μου στο τμήμα, ο κύριος θέλει να σας υποβάλλει μήνυση για παρακώλυση κυκλοφορίας»!

 

«Μα υπάρχει σήμα της τροχαίας που απαγορεύει την κυκλοφορία σε αυτό τον δρόμο, εμείς όλοι έχουμε αφήσει τα αυτοκίνητα μας στο πάρκινγκ, ποια παρακώλυση κυκλοφορίας σε δρόμο που απαγορεύεται η κυκλοφορία», του απαντάω.

 

«Για εμάς που μένουμε εδώ δεν ισχύουν αυτά», λέει, μπροστά στους αστυνομικούς, ο οδηγός του τζιπ. Μου αρέσουν κάτι τέτοια, γνέφω στην καλή μου «πάμε» και φωνάζω: «Παιδιά, με πάνε στο τμήμα, ελάτε κάποιοι για μάρτυρες, να πείτε απλώς τι έγινε».

 

Στο αστυνομικό τμήμα άκουσα τα ανήκουστα, παρουσία του αξιωματικού υπηρεσίας και τόσο πολλών αστυνόμων που αναρωτιέται κάποιος, τι κάνουν δύο η ώρα τη νύχτα σε ένα τέτοιο νησί. «Αν δεν ήμασταν εδώ μέσα θα σου έσπαγα τα μούτρα (…) εγώ είμαι βατραχάνθρωπος, έχω υπηρετήσει στις ειδικές δυνάμεις και δεν μου κουνιέται κανένας (…) δεν θα μου πει εμένα ο κάθε μαλάκας πώς θα πάω στο σπίτι μου…», ακούω από τον ενάγοντα, παρουσία τουλάχιστον δέκα αστυνομικών, που κανείς τους δεν αντιδρούσε!

 

«Ο κύριος θα σας κάνει μήνυση για εξύβριση, αν του κάνετε και εσείς σας ενημερώνω ότι θα διανυκτερεύσετε στο τμήμα. Σας προτείνω να μην προβεί κανένας σας σε καμία ενέργεια και να θεωρήσουμε ότι το θέμα έχει λήξει», μου είπε ο αστυνόμος. Αυτός επέμενε, τον έπιασαν τέσσερις αστυνόμοι, τον έβγαλαν έξω και άρχισαν να τον ψέλνουν, το είδα. Η καλή μου με κοίταζε με απελπισία διότι ήξερε τι σκέφτομαι. Την κατάλαβα, δεν ήθελα να της χαλάσω τη βραδιά. Υπέβαλα αίτηση, σε έντυπο της αστυνομίας, με την οποία ζητούσα αστυνομική προστασία για το υπόλοιπο της παραμονής μας στο νησί και έως ότου επιβιβαστούμε στο πλοίο για αναχώρηση. Την υπέγραψα. Ο αξιωματικός υπηρεσίας την διάβασε και προφορικά μου είπε: «Δεν συντρέχει λόγος, την απορρίπτω»

 

Φύγαμε. Πήγαμε να πιούμε το τελευταίο. Επιστρέψαμε στο ίδιο μπαρ. Εκτός από τον μπάρμαν, κανείς δεν γύρισε να μας κοιτάξει. Η συζήτηση μας, βέβαια, δεν ήταν αυτό καθ’ αυτό το περιστατικό, έχουμε περάσει πολλά τέτοια. Αυτό που συζητάγαμε στο υπόλοιπο της βραδιάς μας και συνεχίζουμε επιγραμματικά να λέμε, ακόμα και σήμερα, σε φίλους και γνωστούς, είναι ότι κανένας από αυτούς που διαμαρτύρονταν και χειροκροτούσαν δεν ήρθε στο τμήμα για μάρτυρας.

* Η ιστορία είναι αληθινή. Όλα τα στοιχεία, το μπαρ, το όνομα του (τότε) ιδιοκτήτη, του αξιωματικού υπηρεσίας και φυσικά του τσαμπουκά βατραχανθρώπου, στη διάθεση όποιου θέλει να επανεξετάσει το θέμα. Εμένα δεν με ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Απλώς, αυτά που συμβαίνουν σήμερα μου το έφεραν πάλι στο μυαλό.