Για το πρόγραμμα και τη στρατηγική της μετάβασης

του Δημήτρη Κατσορίδα*

 

  1. Ποιο το σχέδιο μετάβασης;

Για πρώτη φορά, εδώ και δεκαετίες, η κρίση, στην Ελλάδα, διασπά την άρχουσα τάξη, ενώ τείνει να συσπειρώσει απέναντί της όλα τα κοινωνικά στρώματα που χτυπιούνται (μισθωτούς, αγρότες, μικροαστούς, τη νέα γενιά, τις γυναίκες κλπ.).

Κατά συνέπεια, προσφέρεται η ευκαιρία στην εργατική τάξη και την Αριστερά, να εμφανιστούν ως οι απελευθερωτές της κοινωνίας, τραβώντας μαζί τους σημαντικά τμήματα των μικροαστικών στρωμάτων και της νεολαίας. Διότι, όπως επεσήμανε ο Μαρξ, η κρίση δεν είναι μια σχέση εξωτερική ως προς το σύστημα, αλλά όρος της αυτοσυντήρησής του, δηλαδή είναι κρίση των κοινωνικών σχέσεων και γι’ αυτό, τόνιζε, πρέπει να αλλάξουν και να δώσει το κεφάλαιο τη θέση του σε μια ανώτερη κατάσταση κοινωνικής παραγωγής. Ο Μαρξ θεωρούσε ότι οι κρίσεις, οι σπασμοί, οι οξύτατες αντιφάσεις, η καταστροφή του κεφαλαίου και η υποτίμηση της εργατικής δύναμης με τον εξευτελισμό του εργάτη και την ακραία εξάντληση των ζωτικών του δυνάμεων, μπορούν, τελικά, να οδηγήσουν στη βίαιη ανατροπή του κεφαλαίου.[1]

Όμως, για να μπορέσει η εργατική τάξη να ηγεμονεύσει πρέπει να μετατραπεί από τάξη καθεαυτή σε τάξη «δι’ εαυτήν», δηλαδή σε «τάξη υποκείμενο της ιστορικής διαδικασίας», η οποία έχει επίγνωση της διαφορετικής κοινωνικής της θέσης και των ξεχωριστών συνθηκών ύπαρξής της, του διαφορετικού πολιτισμικού της συστήματος, της εχθρικής αντιπαράθεσης και αντίθεσής της με το κεφάλαιο και πως μόνο μέσω της συλλογικής κινητοποίησης και στη βάση ενός πολιτικού προγράμματος μπορεί να ανατρέψει την αστική εξουσία-κυριαρχία.

Στο έργο του, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, στο οποίο  επιχειρείται μια προσέγγιση για το τι είναι τάξη, ο Μαρξ μιλά για την εχθρική αντιπαράθεση της μίας τάξης προς την άλλη, εισάγοντας έτσι ένα στοιχείο που προσδιορίζει ότι μια  τάξη συγκροτείται ως τέτοια όταν ενεργοποιείται και σ’ αυτήν την κατεύθυνση, δηλαδή της ταξικής σύγκρουσης με μια άλλη τάξη. Εν ολίγοις, σύμφωνα με αυτή την άποψη, μόνο αν έχει η εργατική τάξη αυτά τα χαρακτηριστικά μεταβάλλεται σε κοινωνική τάξη. Στην αντίθετη περίπτωση η εργατική τάξη εμφανίζεται στην ιστορική διαδικασία ως «οπαδός», είναι απλώς μια τάξη καθεαυτή.[2]

Όμως, για να μπορέσει η εργατική τάξη να μεταβληθεί σε κοινωνική τάξη προϋποθέτει να διαθέτει πολιτικό πρόγραμμα και άρα πολιτική οργάνωση, τα οποία με τη σειρά τους θα την ωθούν σε πολιτική δράση για την ανατροπή του καπιταλισμού.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι οι μισθωτοί δεν γίνονται τάξη για τον εαυτό τους παρά μόνο στο μέτρο που οι παράγοντες της επαγγελματικής, τοπικής, περιφερειακής και εθνικής διαίρεσης υποχωρούν και τη θέση τους παίρνει η ενοποιητική συνείδηση των κοινών συμφερόντων όλων των εργαζομένων ανεξάρτητα από τις ιδιομορφίες του επαγγέλματος, της απασχόλησης, της ειδικότητας, του τόπου διαμονής, του φύλου, της εθνικότητας ή της θρησκείας. Αυτό δεν παρουσιάζεται παρά μία ή δύο φορές στη διάρκεια ζωής της κάθε εργατικής γενιάς και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να μην παρουσιαστεί ούτε μία φορά.

Κατά συνέπεια, μια πολιτική που ισοπεδώνει προς τα κάτω τους όρους ζωής και διαβίωσης του κόσμου της εργασίας, όπως είναι τα Μνημόνια, λειτουργεί ως ενοποιητικό στοιχείο και δημιουργεί τους όρους να καταλάβουν οι εργαζόμενοι σε ποια κοινωνική τάξη ανήκουν. Με λίγα λόγια, δημιουργεί τους όρους για την απόκτηση ταξικής συνείδησης, ενώ ταυτόχρονα διευρύνει τη δυνατότητα συμμαχιών και με άλλα κοινωνικά στρώματα.

Φαίνεται, δηλαδή, ότι τα σκληρά μέτρα έχουν δημιουργήσει μια κοινωνική και ταξική πόλωση.

Όμως, αυτό, βάζει για την Αριστερά ένα πολύ συγκεκριμένο καθήκον, το οποίο δεν είναι άλλο από αυτό της πολιτικής εκπροσώπησης. Πολιτική εκπροσώπηση σημαίνει να διαμορφωθεί, ένα πρόγραμμα εξουσίας, το οποίο θα δίνει συγκεκριμένο περιεχόμενο και στόχο.

Είναι αλήθεια ότι το αριστερό κίνημα, σε όλες τις εκφάνσεις του, πολλές φορές χωρίστηκε στα δύο για τα ζητήματα της στρατηγικής της μετάβασης. Η σοσιαλδημοκρατία, όταν ακόμη διατηρούσε τα ριζοσπαστικά κοινωνικά της χαρακτηριστικά, καθώς επίσης και τα Κομμουνιστικά Κόμματα, είχαν διατυπώσει ένα πρόγραμμα μίνιμουμ διεκδικήσεων, δηλαδή ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, το οποίο περιοριζόταν στο πλαίσιο μόνο οριακών βελτιώσεων του αστικού συστήματος, ενώ υποσχόταν την κατάργηση του καπιταλισμού και την αντικατάστασή του από το σοσιαλισμό σε ένα απώτερο και απροσδιόριστο μέλλον, το οποίο διατυπωνόταν ως μάξιμουμ πρόγραμμα.

Αυτή η αντίληψη στην Αριστερά αποδείχτηκε ανεπαρκής και έχει ηττηθεί.

Κατά συνέπεια, υπάρχει πλέον η ανάγκη να γίνει υπέρβαση αυτής της διάστασης, μεταξύ μίνιμουμ και μάξιμουμ προγράμματος, της οποίας η προέλευση βρίσκεται στην περίφημη θεωρία των σταδίων. Να διατηρήσουμε, βεβαίως, τα μεταρρυθμιστικά στοιχεία του προγράμματος, επειδή υπερασπίζονται τις κοινωνικές κατακτήσεις, αλλά ταυτόχρονα να τα συνδέσουμε με τη σοσιαλιστική προοπτική.

Εν κατακλείδι, αυτό το οποίο χρειάζεται είναι να γεφυρωθεί η διαφορά μεταξύ των σημερινών διεκδικητικών προτάσεων της εργατικής τάξης και των άλλων κινημάτων, με το πρόγραμμα για την κοινωνική αλλαγή, δηλαδή το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Και η γέφυρα αυτή είναι ένα πρόγραμμα μεταβατικών διεκδικήσεων, το οποίο θα ξεκινά από την αντικειμενική κατάσταση, θα λαμβάνει υπόψη το επίπεδο συνείδησης και τα καθημερινά προβλήματα των εργατικών-λαϊκών στρωμάτων, και θα τα συνδέει με αυτό το οποίο πρέπει να είναι ο πάγιος στόχος της Αριστεράς: η κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη.

Εξάλλου, αυτή είναι η ουσία του Μεταβατικού Προγράμματος: η επεξεργασία μιας στρατηγικής και τακτικής, η οποία θα διαμορφώνει ένα σχέδιο κατευθύνσεων και μια συγκεκριμένη πολιτική και κοινωνική πορεία μετάβασης στο σοσιαλισμό. Και πορεία μετάβασης στο σοσιαλισμό δεν σημαίνει κατάκτηση μόνο της κυβέρνησης από την Αριστερά. Διότι, το αστικό κράτος δεν αλλάζει την ταξική του φύση από αυτό το γεγονός. Αντίθετα, πορεία μετάβασης στο σοσιαλισμό σημαίνει μεταμόρφωση της ατομικής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (μεγάλες επιχειρήσεις, τράπεζες, πρώτες ύλες, ορυχεία, μέσα μεταφοράς κ.ά.) σε δημόσια κοινωνική περιουσία, δηλαδή σε σοσιαλιστική παραγωγή, ως τη μόνη ικανή να μεταβάλει τις πηγές αθλιότητας και καταπίεσης σε πηγές κοινωνικής ευημερίας και αρμονίας για όλους τους ανθρώπους, εξαλείφοντας όλες τις μορφές εκμετάλλευσης.

Όμως, αυτή η τεράστια κοινωνική μεταρρύθμιση μπορεί να είναι έργο πρώτα και κύρια της εργατικής τάξης, η οποία θα ηγεμονεύει στο πλαίσιο μιας ευρείας κοινωνικής συμμαχίας. Υπό αυτή την έννοια, ο αγώνας της εργατικής τάξης ενάντια στην αστική τάξη είναι αναγκαστικά και πολιτικός αγώνας για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και τη μετατροπή των μέσων παραγωγής σε κοινωνική-συλλογική περιουσία, στο πλαίσιο της γενικευμένης κοινωνικής αυτοδιαχείρισης και όχι για βαθμιαίες μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο του αστικού καθεστώτος.

Βέβαια, όλα αυτά προϋποθέτουν ότι η Αριστερά θα πρέπει να αποκτήσει την ικανότητα να διατυπώσει μια ανάλογη θεωρία και ένα σχέδιο μετάβασης, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να έχει γνώση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, της ταξικής του διαμόρφωσης, των κινητήριων δυνάμεων μιας διαδικασίας κοινωνικού μετασχηματισμού, του χαρακτήρα αυτής της διαδικασίας (ρηξικέλευθος ή βαθμιαίος-ρεφορμιστικός και άρα αφομοιώσιμος από το σύστημα), καθώς επίσης για το ρόλο και τη δομή του πολιτικού σχηματισμού-φορέα που θα συνθέσει ένα Πρόγραμμα και θα υλοποιήσει το σχέδιο μετάβασης. Διότι, όταν δεν υπάρχει ένα διαμορφωμένο Πρόγραμμα και ένα σχέδιο μετάβασης, το οποίο θα περιγράφεται σε αυτό το Πρόγραμμα, τότε πιο πολύ μιλάμε για μια επιθυμία παρά για ένα σχέδιο. Και όταν οι δυνάμεις της εργασίας ζητούν μια εναλλακτική λύση, σε μια συγκεκριμένη χρονική-ιστορική στιγμή, και αυτή δεν τους προσφέρεται, τότε αναζητούν διέξοδο αλλού.

Η φύση και η κοινωνία απεχθάνονται τα κενά. Και ο χρόνος δεν λειτουργεί, κάθε φορά, υπέρ της Αριστεράς και του εργατικού-λαϊκού κινήματος. Οπότε, είτε οι δυνάμεις της εργασίας θα εκμεταλλευτούν την ιστορική στιγμή, όποτε αυτή προσφερθεί, και θα την αξιοποιήσουν θετικά υπέρ τους είτε θα αφήσουν το χρόνο να λειτουργήσει υπέρ των συντηρητικών δυνάμεων και τότε θα μιλάμε, πάλι, για άλλη μια χαμένη ευκαιρία.

 

  1. Η Αντι-Ηγεμονία

Ένα από τα βασικά σημεία-κλειδιά της δράσης είναι ότι η Αριστερά θα πρέπει, πάντα, να έχει ως δεδομένο ότι θα δεχθεί την αντεπίθεση των δεξιών και αντιδραστικών δυνάμεων και γι’ αυτό είναι αναγκαίο να είναι ανάλογα προετοιμασμένη. Η τακτική της δεν θα πρέπει να καθορίζεται από την καλή της συμπεριφορά προς το αστικό σύστημα, αλλά ανταγωνιστικά ως προς αυτό. Να μη μπει στον πειρασμό του «εθνικού ακροατηρίου», με τη λογική να μη διαταραχθούν οι εσωτερικές ισορροπίες της κοινωνικής συμμαχίας που επιδιώκει να εκπροσωπεί, διότι, πρώτον, η Αριστερά δεν απευθύνεται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και τάξεις της κοινωνίας και, δεύτερον, διότι αν μπει σε αυτό τον πειρασμό, θα υποτάξει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης στις αντιλήψεις των μικροαστικών στρωμάτων.

Αντίθετα, η Αριστερά είναι αναγκαίο να έχει διαμορφώσει, από πριν και στην πορεία, τους ανάλογους πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς δυνάμεων, καθώς επίσης τους νέους κοινωνικούς θεσμούς λαϊκής συμμετοχής, για να μπορέσει να διεκδικήσει την ιδεολογική ηγεμονία. Και τέτοιοι θεσμοί είναι, για παράδειγμα, οι επιτροπές εργατικού ελέγχου στους χώρους εργασίας, οι διάφορες μορφές κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, οι αυτοδιαχειριζόμενοι συνεταιρισμοί λαϊκής βάσης, οι Κοινότητες Νέων, οι πολιτιστικοί σύλλογοι, οι λαϊκές συνελεύσεις, τα συνοικιακά συμβούλια, το κίνημα για το στρατό, οι επιτροπές καταναλωτών, οι επιτροπές λαϊκής επιμόρφωσης, οι ομάδες πρωτοβουλίας για τη διάσωση του περιβάλλοντος, και άλλα πολλά που μπορούμε από την ίδια τη ζωή να ανακαλύψουμε ως έμβρυα μιας νέας λαϊκής εξουσίας, τα οποία θα αποτελέσουν τις βάσεις και τις εγγυήσεις σε μια στρατηγική μετάβασης. Ταυτόχρονα, όλα αυτά θα διαμορφώνουν και μια ανάλογη συλλογική κοινωνική συνείδηση, εφόσον θα γίνεται η απαραίτητη ιδεολογική, μορφωτική, πολιτική και οργανωτική εργασία και θα δείχνουν εν δυνάμει την εναλλακτική μορφή κοινωνίας που επιδιώκουμε να δημιουργήσουμε, αφού δεν θα κρινόμαστε μόνο από τους στόχους, αλλά και από την πράξη, μέσω συγκεκριμένων παραδειγμάτων.

Κατά συνέπεια, καθήκον της Αριστεράς είναι να προσφέρει ένα ενιαίο και συνειδητό χαρακτήρα στον αγώνα του εργατικού-λαϊκού κινήματος. Να αναδείξει την εργατική τάξη ως το βασικό φορέα της συλλογικής συνείδησης και του σχεδίου μετασχηματισμού της κοινωνίας και να αναγνωρίσει ως αναγκαιότητα την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να οργανώσει μια ευρεία κοινωνική συμμαχία σε πολιτικό σχηματισμό μάχης. Όμως, από την άλλη πλευρά, χρειάζεται να έχει κατά νου ότι η ευρύτητα μιας κοινωνικής και πολιτικής συμμαχίας ενέχει τον κίνδυνο της δυσκολίας των πολιτικών συγκλίσεων.

Γι’ αυτό, μόνο στη βάση ενός αριστερού Προγράμματος, ταξικά προσδιορισμένου, με κοινωνικό ορίζοντα τη σοσιαλιστική προοπτική, μπορούν να εξασφαλισθούν οι σχέσεις εκπροσώπησης και θα ελαχιστοποιούνται οι κίνδυνοι που υπάρχουν εξαιτίας της πολυσυλλεκτικότητας. Αλλιώς ελλοχεύει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί αστάθεια και χωρίς αρχές συμβιβασμοί, προκειμένου να μη διαταραχθούν οι ισορροπίες.

Η ιστορική εμπειρία έχει δείξει ότι ένας βασικός λόγος που ηττήθηκε το μεγαλειώδες ΕΑΜικό κίνημα ήταν ότι, ενώ την ηγεμονία σε αυτή την κοινωνική και πολιτική συμμαχία την είχε η εργατική τάξη, πρυτάνευσε, από μεριάς κυρίως του ΚΚΕ, η λογική να μην προσδοθεί στο ΕΑΜ το πολιτικό περιεχόμενο που αντιστοιχούσε σε αυτή την ηγεμονία. Έτσι, τα αιτήματα που προτάσσονταν ήταν, μόνο, μεταρρυθμιστικού χαρακτήρα, τυπικά ενός σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος. Το ασαφές αίτημα της «λαοκρατίας» έγινε το σύνθημα όλων των κοινωνικών τάξεων, ενώ απουσίαζε κάθε αναφορά σε θέματα εργατικού ελέγχου και εθνικοποιήσεων, σχεδιασμού της οικονομίας από τις επιτροπές εργατών και γενικά κοινωνικού μετασχηματισμού με ορίζοντα το σοσιαλισμό, δηλαδή σε ζητήματα που έθιγαν το κεφαλαιοκρατικό καθεστώς.[3]

Από την πρώτη στιγμή της συγκρότησής του, το ΕΑΜ, με προτροπή του ΚΚΕ, απευθύνθηκε στο «εθνικό ακροατήριο», έθεσε ως στόχο του την επίτευξη της «εθνικής ενότητας», ακόμη και με παραδοσιακά αστικά κόμματα και πολιτικούς, μέχρι και το βασιλιά, επιδίωξε να αποκτήσει προσβάσεις και σε μερίδες του κεφαλαίου που ήταν σε αντιπαλότητα με τον ξένο παράγοντα, περιθωριοποίησε τα ιστορικά αιτήματα της εργατικής τάξης, προκειμένου να προσελκυσθούν μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου. Το δε ΚΚΕ απομόνωσε κάθε στοιχείο στο εσωτερικό του, το οποίο επέμενε σε ένα επαναστατικό προσανατολισμό και στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Ήταν, ακριβώς, αυτοί οι πολιτικοί προσανατολισμοί που οδήγησαν την ηγεσία του ΚΚΕ στη σύναψη των συμβιβαστικών συμφωνιών του Λιβάνου, της Καζέρτας και της Βάρκιζας, οι οποίες επέφεραν τόσα αιματηρά δεινά και διώξεις στο εργατικό-λαϊκό κίνημα.

Λαμβάνοντας, όλα αυτά υπόψη, συμπεραίνουμε και το πόσο σημαντικός αναδεικνύεται ο πολιτικός φορέας της Αριστεράς, ο οποίος θα ανταποκρίνεται στην υποχρέωση και το καθήκον της επιτυχούς υλοποίησης του σχεδίου μετάβασης και του οποίου, σε γενικές γραμμές, ο ρόλος είναι ο εξής:

  • Οι λειτουργίες και οι εσωτερικές του διαδικασίες θα πρέπει να αντανακλούν τη μορφή κοινωνίας που επιδιώκει να δημιουργήσει.
  • Θα είναι δημοκρατικός και οργανωτής εμπειριών και όχι μόνο καθοδηγητικός.
  • Θα μπορεί έγκαιρα να λαμβάνει τα μηνύματα και τις δυσαρέσκειες της κοινωνίας ώστε να αυξάνει συνεχώς την επιρροή του στο λαό και όχι να τη μειώνει.
  • Θα ανεβάζει συνεχώς το πολιτικό και θεωρητικό επίπεδο των μελών του, προετοιμάζοντάς τα για τους αγώνες και τα προβλήματα που πρόκειται να αντιμετωπίσουν σε μια διαδικασία μετάβασης.
  • Θα τα προτρέπει να έχουν συνεχή παρουσία στο κοινωνικό κίνημα, ώστε να μπορούν να συμβάλουν θετικά στη διαμόρφωση του προγράμματος είτε σε κεντρικό είτε σε εξειδικευμένο επίπεδο.

Αν, αντίθετα απ’ όλα αυτά, η Αριστερά μείνει μόνο στη διατύπωση και διεκδίκηση μεταρρυθμιστικών στόχων, τότε αναμφίβολα λειτουργεί ως η αριστερή πτέρυγα του αστικού συστήματος, εφόσον δεν το αμφισβητεί έμπρακτα, και άρα ακυρώνεται ο κοινωνικός της ρόλος.

 

  1. Τι μας διδάσκει ο αντίπαλος. Το Μεταβατικό Πρόγραμμα

Ως Αριστερά είναι σκόπιμο να μαθαίνουμε από τις κινήσεις του αντιπάλου. Διότι, ο νεοφιλελευθερισμός δεν έπεσε από τον ουρανό.

Ο νεοφιλελευθερισμός κατάφερε να επικρατήσει, διότι διατύπωσε το δικό του ιδεολογικό πλαίσιο, δηλαδή το δικό του Μεταβατικό Πρόγραμμα, θέτοντας το ζήτημα της ιδεολογικής ηγεμονίας με τους δικούς του όρους. Προετοίμασε, δηλαδή, και προώθησε μεθοδικά το μετασχηματισμό της κοινωνίας σύμφωνα με το δικό του, επεξεργασμένο σχέδιο, το οποίο ανταποκρινόταν στις τωρινές ανάγκες του καπιταλισμού. Γι’ αυτό οι νεοφιλελεύθερες ιδέες εξακολουθούν, ως ένα βαθμό, να υπάρχουν, παρά τις ρωγμές που υπόκεινται, επειδή καταφέρνουν να ηγεμονεύουν, εκμεταλλευόμενες τον κοινωνικό συντηρητισμό.

Κατ’ αντιστοιχία και η Αριστερά είναι υποχρεωμένη, από τις ίδιες τις κοινωνικές ανάγκες, να διατυπώσει το δικό της Μεταβατικό Πρόγραμμα, τις δικές της ιδέες και προτάσεις, οι οποίες θα αγκαλιάζουν όλες τις  διεκδικήσεις και τα αιτήματα των επιμέρους κινημάτων και θα τα μετουσιώνουν σε συνεκτικό Πρόγραμμα, το οποίο θα αμφισβητεί την κυρίαρχη άποψη για τη λειτουργία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Εν κατακλείδι, Πρόγραμμα Μετάβασης σημαίνει ότι η Αριστερά πρέπει να εγγυηθεί ότι μόλις κατακτήσει την κυβέρνηση, θα προχωρήσει σε μέτρα αναδιανομής του πλούτου υπέρ των εργαζομένων και της κοινωνικής συμμαχίας που εκπροσωπεί:

  • Καταργώντας όλους τους νόμους που κάνουν ευέλικτη την εργασία, εξασφαλίζοντας τη σταθερή και πλήρη απασχόληση.
  • Προβαίνοντας σε δραστική μείωση του χρόνου εργασίας, προβάλλοντας την κουλτούρα του ελεύθερου χρόνου.
  • Θεσπίζοντας τον εργατικό και κοινωνικό έλεγχο στην παραγωγή, κατοχυρώνοντας νομοθετικά και υποχρεωτικά το συνδικαλισμό σε κάθε επιχείρηση, χτυπώντας με αυτό τον τρόπο την εργοδοτική τρομοκρατία.
  • Επανεθνικοποιώντας όλες τις επιχειρήσεις που έχουν ιδιωτικοποιηθεί, προωθώντας νέες μορφές κοινωνικής οικονομίας σε μια σειρά τομείς.
  • Προωθώντας νέα θεσμικά μέτρα, όπως την άμεση δημοκρατία και τη λαϊκή συμμετοχή, δίνοντας αποφασιστικό ρόλο στις λαϊκές συνελεύσεις και στην αυτενέργεια της κοινωνίας, καθώς επίσης μια νέα πολιτιστική επανάσταση απέναντι στα παρακμιακά φαινόμενα που επικρατούν.
  • Κατοχυρώνοντας τη δωρεάν και δημόσια υγεία και παιδεία και θεσπίζοντας ένα σχολείο δημιουργικό και ανοιχτό στην κοινωνία.
  • Προωθώντας τις δημοκρατικές και συνδικαλιστικές ελευθερίες στο στρατό, ρήξεις στους θεσμούς και τους μηχανισμούς του αστικού κράτους, όπως στη δημόσια διοίκηση, στις δυνάμεις καταστολής και στη δικαστική εξουσία, ενώ θα καθιερώσει ένα δημοκρατικό Σύνταγμα, στο οποίο θα είναι εξασφαλισμένη η οικονομική, κοινωνική και πολιτική ισότητα για όλους.

Αυτές οι πρώτες παρεμβάσεις είναι δυνατές να υλοποιηθούν, επειδή ο αντίπαλος θα βρίσκεται σε αμυντική στάση και υπό αυτή την έννοια μπορούν να γίνουν άμεσες οικονομικές και θεσμικές παρεμβάσεις και παροχές με τη στήριξη, πάντα, του λαϊκού παράγοντα.

 

  1. Πρόγραμμα και αντικειμενική κατάσταση

Ποιος είναι, όμως, ο σκοπός των μεταβατικών αιτημάτων; Κατ’ αρχάς να διευκρινίσουμε ότι άλλο πράγμα είναι το διεκδικητικό πλαίσιο, το οποίο θα έρχεται σε ρήξη με το νεοφιλελευθερισμό, και άλλο πράγμα το πρόγραμμα εξουσίας.

Αν λάβουμε αυτό υπόψη, τότε είναι εύκολο να καταλάβουμε ότι ο σκοπός του Μεταβατικού Προγράμματος είναι η προσπάθεια να δημιουργηθεί μια νέα και ευρεία κοινωνική και πολιτική συμμαχία, στην οποία την ηγεμονία θα διαθέτει η εργατική τάξη και οι ιδέες της.

Υπό αυτή την έννοια, σκοπός των μεταβατικών αιτημάτων είναι να ενώσουν, πρωτίστως, την εργατική τάξη σε μια συνειδητή δύναμη, με εμπιστοσύνη στον εαυτό της και άρα ικανή να έρθει σε ρήξη με το αστικό σύστημα.

Η αξία, συνεπώς, των μεταβατικών αιτημάτων βρίσκεται στο γεγονός ότι κατευθύνονται αποφασιστικά ενάντια στις βάσεις του καπιταλιστικού συστήματος, με την έννοια ότι στη σημερινή φάση ο καπιταλισμός αρνείται να κάνει αποδεκτές και τις πιο στοιχειώδεις διεκδικήσεις και κατακτήσεις των εργαζομένων, όπως για παράδειγμα τις προτάσεις για το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης ή τη δημόσια και δωρεάν παιδεία.

Εδώ χρειάζεται προσοχή, όσον αφορά τη διατύπωση των μεταβατικών αιτημάτων.

Κατ’ αρχάς να διευκρινίσουμε ότι σε ένα πρόγραμμα δεν έχουν θέση γενικολογίες, επειδή δεν είναι μια απλή περιληπτική διακήρυξη αρχών.

Κατά δεύτερον, το πρόγραμμα χρειάζεται να εκφράζει τα αντικειμενικά καθήκοντα των εργαζομένων.

Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι το πρόγραμμα δεν πρέπει να αντανακλά το χαμηλό επίπεδο συνείδησης ή να προσαρμόζεται στην πνευματική κατάσταση της εργατικής τάξης και στις συντηρητικές διαθέσεις της κοινωνίας, αλλά να είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο, να έχει επίγνωση των διεθνών τάσεων, να περιγράφει τη διάρθρωση της σύγχρονης κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας, να προσπαθεί να ανεβάζει προς τα επάνω το συνολικό κοινωνικό επίπεδο και κυρίως να τονώνει την εμπιστοσύνη των δυνάμεων της εργασίας στον εαυτό τους.

Αντίθετα με αυτά είναι απαράδεκτες «…οι μέθοδες που σπέρνουν στους καταπιεζόμενους το φόβο και την υποτακτικότητα μπροστά στους καταπιεστές, που πνίγουν το πνεύμα της διαμαρτυρίας και της εξέγερσης, που αντικαθιστούν τη θέληση των μαζών με τη θέληση των αρχηγών, την πειθώ με το φόβο, την ανάλυση της πραγματικότητας, με τη δημαγωγία και την παραποίηση.

…Να κοιτάξουμε κατά πρόσωπο την πραγματικότητα· να μην αναζητούμε τη γραμμή της μικρότερης αντίστασης· να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους· να λέμε την αλήθεια στις μάζες, όσο πικρή κι αν είναι· να μη φοβόμαστε τα εμπόδια·  να ’μαστε  αυστηροί στα μικρά πράγματα όπως και στα μεγάλα·  να δείχνουμε τόλμη όταν έρχεται η ώρα της δράσης…».[4]

Όμως, το γεγονός ότι το πρόγραμμα δεν πρέπει να προσαρμόζεται στο επίπεδο συνείδησης της εργατικής τάξης, δεν σημαίνει ότι παραβλέπουμε την αντικειμενική κατάσταση όπως πραγματικά είναι.

Εδώ να κάνουμε άλλη μία διευκρίνιση: άλλο πράγμα η αντικειμενική κατάσταση, δηλαδή τι πραγματικά συμβαίνει στην κοινωνία και την οικονομία, και άλλο πράγμα οι υποκειμενικές διαθέσεις, οι επιμέρους τάσεις ή το επίπεδο συνείδησης.

Κατά συνέπεια, όταν διατυπώνουμε ένα πρόγραμμα ή μια διεκδίκηση, δεν ξεκινάμε από τις υποκειμενικές διαθέσεις –χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν τις λαμβάνουμε υπόψη– αλλά από την υλική κατάσταση, δηλαδή την αντικειμενική πραγματικότητα.

Άρα το καθήκον της Αριστεράς είναι, και εκεί έγκειται η δυσκολία, να ανεβάσει το χαμηλό επίπεδο συνείδησης της εργατικής τάξης στη βάση των καθηκόντων που τίθενται από την κοινωνική πραγματικότητα, ώστε να έρθει σε αρμονία η σκέψη των μαζών με τα αντικειμενικά γεγονότα. Αυτό, με τη σειρά του, είναι που επιτάσσει, αρκετές φορές, το καθήκον να επικεντρωθούν οι διεκδικήσεις σε ένα συγκεκριμένο σημείο του προγράμματος, δηλαδή σε αυτό που αγγίζει την εργατική τάξη και στο οποίο μπορεί να συγκεντρώσει τις δυνάμεις της και να νικήσει. Μόλις, αυτές οι προτάσεις υιοθετηθούν και γίνουν κτήμα της κοινωνίας, είναι πιο εύκολο να διεκδικηθούν και να κερδηθούν. Η δε κατάκτηση του πιο επίμαχου σημείου (ή σημείων) «ανοίγει την όρεξη» και για τα υπόλοιπα.

Αυτός ο τρόπος ενέργειας είναι αναγκαίος επειδή, σε πολλές περιπτώσεις, το πρόγραμμα δεν μπορεί να κατανοηθεί στο σύνολό του από τα εργατικά-λαϊκά στρώματα.

Αυτό που καθορίζει τη σημερινή φάση είναι ότι χρειάζεται ένα πρόγραμμα για το πώς μπορεί να κυβερνά η Αριστερά ή τι θα κάνει η Αριστερά μαζί με τις δυνάμεις της εργασίας όταν πάρουν την εξουσία. Θεωρώ, ότι μόνο κάτω από αυτό το πρίσμα μπορούμε να ενισχύσουμε την πρόταση για μια νέα πλειοψηφία, καθώς για μια νέα κοινωνικο-πολιτική συμμαχία και για μια κυβέρνηση με πυρήνα τις δυνάμεις της Αριστεράς.

 

  1. Προς μια νέα ηγεμονία. Ο ρόλος των συμμαχιών

Η ευκαιρία για τις δυνάμεις της εργασίας να περάσουν στην αντεπίθεση συμβαίνει τη στιγμή που έχει αποδυναμωθεί η ιδεολογική ηγεμονία του αντιπάλου, εξαιτίας της αυξανόμενης λαϊκής δυσαρέσκειας. Κατά συνέπεια, αντιστροφή του ρεύματος θα υπάρξει μόνο εάν η εργατική τάξη διαμορφώσει τη δική της νέα ηγεμονία, δηλαδή αν καταφέρει να ενοποιήσει μέσω ενός προγράμματος και να διατηρήσει ενωμένο ένα κοινωνικό σύνολο που δεν είναι ομοιογενές, αλλά χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις (ταξικές, πολιτικές, ιδεολογικές κλπ.).[5]

Για παράδειγμα, η εργατική τάξη θα μπορέσει να γίνει ηγεμονεύουσα τάξη μέσα σε μια λαϊκή συμμαχία, δηλαδή σε μια νέα κοινωνική πλειοψηφία, εάν μέσω της πολιτικής, ιδεολογικής και πολιτιστικής της δράσης κατορθώσει να συσπειρώσει και να ενώσει γύρω της ετερογενείς δυνάμεις (εμποδίζοντας να ξεσπάσουν οι αντιθέσεις που υπάρχουν σε αυτές) και να προκαλέσει κρίση στο κυρίαρχο αστικό μπλοκ, κάτι το οποίο συμπίπτει με την πολιτική κρίση των δυνάμεων που βρίσκονται στην εξουσία. Και για να μην είναι αυτή η συμμαχία ευκαιριακή, θα πρέπει να μην είναι στο πλαίσιο, μόνο, των πολιτικών κομμάτων και οργανώσεων της Αριστεράς, αλλά να επεκταθεί στις λαϊκές μάζες. Διότι ουδέποτε στη μαρξιστική παράδοση δεν ετέθη θέμα ταξικής κυριαρχίας της εργατικής τάξης ολομόναχης.

Όσον αφορά τις συμμαχίες, τις συμφωνίες, τους ελιγμούς ή ακόμη και τους συμβιβασμούς, στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, όλα αυτά είναι αναγκαία, με την προϋπόθεση να λέμε την αλήθεια και να ξέρουμε ότι αυτές θα αξιοποιούνται προκειμένου να ανεβαίνει συνεχώς το πολιτικό επίπεδο των δυνάμεων της εργασίας, ώστε να ενισχύουν και να σταθεροποιούν τη θέση τους, ανοίγοντας συνεχώς ρωγμές και προβαίνοντας σε συνεχείς ρήξεις με το αστικό μπλοκ εξουσίας, μέχρι την τελική νίκη: το σοσιαλισμό.

Η συμβολή της Αριστεράς προς αυτή την κατεύθυνση είναι αποφασιστική. Διότι, η κινητοποίηση ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό και γενικά ενάντια στον καπιταλισμό, προϋποθέτει την υποστήριξη και συναίνεση ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων. Δηλαδή, τη συμμαχία και με ορισμένες μερίδες των ενδιάμεσων στρωμάτων και των φτωχών αγροτών. Αυτό σημαίνει ότι η διεύρυνση των κοινωνικών συμμαχιών θα γίνει με την προβολή μέτρων, τα οποία θα λαμβάνουν υπόψη αιτήματα μερίδων των αγροτών και των μικροαστών.[6] Και αυτό είναι αναγκαίο επειδή ο ταξικός πόλεμος, για να παραφράσουμε τον Λένιν, διαφέρει από τους άλλους πολέμους στο ότι αυτός αντλεί τις κύριες εφεδρείες του από το στρατόπεδο των χθεσινών συμμάχων του εχθρού του.[7]

 

  1. Οι Επιτροπές Πρωτοβουλίας ως στρατηγική φθοράς

Εδώ είναι που αποκτά το νόημά της η στρατηγική φθοράς.

Σ’ αυτήν την κατεύθυνση, σημαντικός μπορεί να είναι ο ρόλος των διαφόρων Επιτροπών Πρωτοβουλίας ως όργανα αμφισβήτησης της κυριαρχίας του καπιταλισμού, έτσι ώστε να γίνουν τα μεταβατικά στοιχεία και στηρίγματα στην πορεία προς τον σοσιαλισμό.

Οι Επιτροπές Πρωτοβουλίας είναι ένας χώρος, όπου θα μπορούν να ανθίζουν όλα τα λουλούδια. Ένας χώρος όπου θα μπορούν να συμμετέχουν ομάδες εργαζομένων, συνδικαλιστικές κινήσεις, οικολογικές πρωτοβουλίες, κοινωνικές συσπειρώσεις, ομάδες νεολαίας, πολιτικές και πολιτιστικές κινήσεις, ανένταχτοι πολιτικά άνθρωποι κλπ.

Με λίγα λόγια, ο στόχος είναι να διαμορφωθεί ένα ευρύ μέτωπο κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, με σκοπό να εκπροσωπήσει τους «από κάτω» και με στόχο το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Οι Επιτροπές Πρωτοβουλίας, οι οποίες μέσω μορφών αυτοοργάνωσης θα πρέπει ν’ αγκαλιάσουν και ν’ αναπτυχθούν σε όλο το φάσμα της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής πραγματικότητας, ουσιαστικά είναι το έμβρυο εναλλακτικών μορφών πολιτικής εξουσίας μιας νέας κοινωνίας.

Συνεπώς, το σοσιαλιστικό κράτος θα πρέπει να υπάρξει εν δυνάμει στους νέους θεσμούς της κοινωνίας που θα δημιουργήσει η εργατική τάξη και γενικά η κοινωνία.

Θεσμοί, όμως, όχι με την έννοια των σημερινών αστικών θεσμών, μέσω των οποίων ηγεμονεύει πολιτικά και ιδεολογικά η άρχουσα τάξη, αλλά ως αντι-θεσμών ανταγωνιστικών απέναντι στους επίσημους θεσμούς του αστικού κράτους σε αποτελεσματική και ενεργητική αντιπαράθεση μ’ αυτό.

Αρκεί, βέβαια, να συνδεθούν μεταξύ τους οι Επιτροπές Πρωτοβουλίας ως νέοι θεσμοί, να συντονιστούν, να λειτουργήσουν αμεσοδημοκρατικά και τότε μέσα στην ίδια την καπιταλιστική κοινωνία θα αρχίσει ν’ αναδύεται η νέα κοινωνία, η οποία θα θέσει το πρόβλημα της εξουσίας των δυνάμεων της εργασίας μέσω επαναστατικών διαδικασιών σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής.

Έτσι, κάθε Επιτροπή Πρωτοβουλίας που γεννιέται σε κάθε τομέα της κοινωνίας, με μορφές αυτοοργάνωσης, με εκλεγμένους και άμεσα ανακλητούς αντιπροσώπους (π.χ. στους χώρους εργασίας, στους τόπους κατάληψης, στον στρατό, για την προστασία του περιβάλλοντος, ενάντια στην ανεργία, σε κάθε συνοικία και πόλη, σε χώρους νεολαίας, στις κινήσεις των καταναλωτών, κ.λπ.), θα είναι μια νίκη των δυνάμεων του σοσιαλισμού, διότι θα βοηθά να αποκτάται η συνείδηση ότι μπορεί η κοινωνία να πάρει τη ζωή της, συνεπώς και τη διοίκηση του έθνους, στα δικά της χέρια.

Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι είναι όρος ζωής να υπάρχει διαρκής επαγρύπνηση, μέσω καθημερινών πολιτιστικών επαναστατικών παρεμβάσεων παντού (στα ήθη και τα έθιμα, στην εκπαίδευση, στην οικογένεια, στο δίκαιο, στον πολιτισμό, στις πολιτικές οργανώσεις της Αριστεράς, στην παραγωγή και γενικά σε όλους τους θεσμούς και τους τομείς-κλειδιά), οι οποίες έχουν σε μερικές φάσεις της ιστορίας τον ρόλο της πρωτοκαθεδρίας. Για να αρκεστούμε σε ένα απλό παράδειγμα, το εγχείρημα της Αριστεράς θα αυτό-υπονομευθεί, αν το περιεχόμενο των σπουδών στη μέση και την ανώτατη εκπαίδευση παραμείνει το ίδιο ή παρόμοιο με το σημερινό, γιατί αυτό είναι πλήρως προσαρμοσμένο στις ανάγκες του νεοφιλελευθερισμού και οι κοινωνικές αλλαγές που επαγγέλλεται η Αριστερά προϋποθέτουν τη στήριξη της νεολαίας, η οποία δεν θα επιτευχθεί σε επαρκή βαθμό αν δεν ριζοσπαστικοποιηθεί η συνείδησή της.

Απέναντι, δηλαδή, στα επιτελεία της άρχουσας τάξης, χρειάζεται να αντιταχθεί ένα νέο επιτελείο και το ανάλογο σχέδιο-πρόγραμμα κοινωνικής αναγέννησης, ενώ ταυτόχρονα θα φανεί στην πράξη τόσο η «συμμετοχική» όσο και η άμεση δημοκρατία, αντανακλώντας την κοινωνία που θέλουμε να φτιάξουμε ενάντια στη σημερινή που είναι ιεραρχική και αυταρχική.

Με άλλα λόγια, για να επιτευχθεί ο τελικός στόχος των δυνάμεων της εργασίας, βασικός σκοπός τους θα πρέπει να είναι να έχουν καταφέρει ισχυρές απώλειες στον αντίπαλο. Και αυτό, διότι, η πορεία μετάβασης στον σοσιαλισμό δεν είναι, μόνο, μια στιγμιαία κοινωνική έκρηξη, αλλά και μια μακρά διαδικασία, η οποία θα πρέπει να αρχίζει να εφαρμόζεται από πριν, μέσω της δημιουργίας αντι-θεσμών, όπου η πλειονότητα της κοινωνίας θα εκπαιδευτεί σε νέες δημοκρατικές μορφές συμμετοχής, αποκτώντας την ανάλογη συλλογική συνείδηση, η οποία θα της επιτρέψει να υπερασπιστεί αυτές τις κατακτήσεις.

Εν κατακλείδι, η επαναστατική διαδικασία είναι μια μακρά πορεία όξυνσης και πόλωσης των κοινωνικών αντιφάσεων, όπου η ταξική πάλη διεξάγεται κάτω από διαφορετικούς, κάθε φορά, κοινωνικούς όρους.

 

* Επιστημονικός Συνεργάτης του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ. Το εν λόγω κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μαρξιστική Σκέψη, Ιανουάριος-Μάρτιος 2015, τόμος 16.

Σημειώσεις

[1] Κ. Μαρξ, Grundrisse, τόμ. 2ος, σελ. 575-576, εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 1990.

[2] Σχετικά με τους δύο επιμέρους τύπους σχέσεων, δηλαδή «τάξη της παραγωγής-οπαδός» και «τάξη υποκείμενο της ιστορικής διαδικασίας» βλέπε την προσέγγιση του Α. Λύτρα, Δοκιμές στην ταξική ανάλυση. Προσεγγίσεις στην κλασική θεωρία των κοινωνικών τάξεων, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2004, σελ. 97-99.

[3]Δες Μ. Λυμπεράτος, Στα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου. Από τα Δεκεμβριανά στις εκλογές του 1946, εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2006, σελ. 33-47.

[4] Λ. Τρότσκι, Η θανάσιμη αγωνία του καπιταλισμού, εκδόσεις Αλλαγή, Αθήνα 1975, σελ. 49.

[5] Για περισσότερα δες, Δ. Κατσορίδας, Η Αντί-Ηγεμονία. Ζητήματα σχετικά με τη Στρατηγική της Μετάβασης, εκδόσεις Καμπύλη/Ρωγμή, Αθήνα 2009.

[6] Για περισσότερα βλέπε το πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Α. Ταρπάγκου, «Κομβική η σημασία της συμμαχίας εργατικής τάξης – μικροαστικών στρωμάτων», Η Εποχή, 24-12-2011.

[7] Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 12, σελ. 34, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.