Για τις γυναίκες.

Γράφει η Ελισάβετ Παρασκευοπούλου, Life Blogger – Άνεργη Οικονομολόγος

Σήμερα θα σου πω ένα παραμύθι. Το άκουσα χθες το βράδυ από την κυρία Ροδιά, δασκάλα στα παραμύθια και μέρα που ήταν  είπα να το μοιραστούμε.

» Ήταν μία φορά κι έναν καιρό, πολύ πολύ πολύ παλιά, τότε που οι άνθρωποι είχαν ακόμη ρόπαλα, ένας άντρας και μία γυναίκα. Ζούσανε σε ένα μικρό καλύβι στην κορυφή ενός ξέφωτου. Ο άντρας έπαιρνε το τσεκούρι του κάθε πρωί κι έβγαινε στο δάσος. Η γυναίκα έμενε στο καλύβι κι έκανε δουλειές. Συμμάζευε, καθάριζε, μαγείρευε. Ήταν όμως δυστυχισμένη. Κάθε βράδυ όταν ο άντρας επέστρεφε από το δάσος, έκλεινε την πόρτα, σήκωνε το μανίκι, έπαιρνε το ρόπαλο, πήγαινε σ’εκείνη τη γωνιά που η γυναίκα είχε ζαρώσει και την χτυπούσε. Κι έπειτα τη φιλούσε. Και τα γένια του ήταν σαν αγκάθια στο πρόσωπό της. Αυτός ήταν ο τρόπος του να της λέει καληνύχτα. Αυτό γινόταν κάθε μέρα. Εκείνη ούτε είχε σκεφτεί να του αντιμιλήσει. Έφευγε εκείνος κάθε πρωί για το δάσος κι εκείνη έμενε στην καλύβα να συμμαζέψει, να μαγειρέψει, να κλάψει.
    Πέρασαν 1000 μέρες, 1000 νύχτες κι έφτασε η άνοιξη κι εκείνη την ημέρα που έβλεπε τον άντρα της να φεύγει με το τσεκούρι στα χέρια, ένιωσε μέσα της μία ζέστη ν’ανεβαίνει στο σώμα της και κάτι να σκιρτάει, να κινείται. Ένα παιδί. Ένα παιδί μες στην κοιλιά της. Τι ευτυχία! Αλλά τι κρίμα.
-Πως θα καταφέρω να το προστατεύσω απ’ τον άντρα μου, θα το σκοτώσει πριν καν γεννηθεί. 
Όλη μέρα σκεφτόταν τι να κάνει. Το βράδυ έρχεται ο άντρας της, δίνει μια κλωτσιά στην πόρτα, μπαίνει μέσα, σηκώνει το μανίκι του, αρπάζει το ρόπαλο και πηγαίνει προς το μέρος της.

Περισσότερα στο: http://www.dears0fi.blogspot.gr/2014/03/blog-post_9.html