Επενδύσεις

Του Γιώργου Δ. Ανδρέου

Τα μέτρα και ο προϋπολογισμός ψηφίστηκαν, έστω μετ’ εμποδίων. Λόγω του χαρακτήρα τους στο μεγαλύτερο μέρος τους θα εφαρμοσθούν με άγνωστο (Χ) την φοροδοτική ικανότητα και την  δυνατότητα των Ελλήνων να καταβάλουν τους φόρους που επιβλήθηκαν ανελέητα.  Οι αντιδράσεις θα κοπάσουν. Θα έρθει και η δόση, αργά ή γρήγορα, προσαυξημένη ή όχι,  γιατί ο προσανατολισμός της χώρας εκφράστηκε. Ό,τι συμπληρωματικό ζητηθεί θα ικανοποιηθεί ασμένως, εδώ που φτάσαμε κάτω από τη Δαμόκλειο σπάθη. Είναι επίσης σίγουρο ότι θάρθουν κι άλλα μέτρα, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις.

Το θέμα όμως δεν είναι αυτό. Το θέμα και το πρόβλημα είναι η ανάπτυξη, που η κυβερνητική ρητορεία έχει ταυτίσει με τις επενδύσεις. Στις επενδύσεις, φάρμακο δια πάσα νόσο,  έχει ακουμπήσει η Κυβέρνησή την ανακοπή της ύφεσης και της καλπάζουσας ανεργίας και την εν τέλει η επιτυχία των  επιλογών της.  Πολλές ελπίδες επενδύονται στις αποκρατικοποιήσεις, που αναγορεύονται και σε όχημα  επενδύσεων.

Τι σημαίνει όμως επενδύσεις.  Ποιές  επενδύσεις  χρειάζεται σήμερα η χώρα και ποιες είναι αυτές που διαφαίνεται ότι μπορούν να γίνουν.

Δεν χρειάζεται σοφία και οικονομολογική παιδεία για να δει κανένας τι γίνεται στον κόσμο. Χρήματα υπάρχουν σε αστρονομικά ύψη , κυκλοφορούν και επενδύονται σε παγκόσμιο επίπεδο. Δυστυχώς όμως για τη χώρα μας σήμερα τα τεράστια διεθνή  χρηματικά διαθέσιμα διακινούνται κατά κύριο λόγο από απρόσωπους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ( διεθνή funds, επενδυτικές τράπεζες κλπ) και τους τεχνοκράτες διαχειριστές τους. Είναι αυτά  που τώρα τελευταία αποκαλούμε «αγορές». Στόχος τους το γρήγορο και όσο το δυνατόν μεγαλύτερο και ασφαλέστερο κέρδος. Έτσι τα τελευταία 20-30 χρόνια τα διεθνή χρήματα δεν επενδύονται στην πρωτογενή παραγωγή  και τον δευτερογενή τομέα, αυτό δηλαδή που έχει ανάγκη η χώρα μας για να αυξήσει την παραγωγική της βάση, την απασχόληση και να ανεβάσει το εθνικό προϊόν. Επενδύονται στην κερδοσκοπία επί του χρήματος. Επενδύονται στα παράγωγα, δηλαδή στα διεθνή οικονομικά στοιχήματα, στα ασφάλιστρα κινδύνων και εν γένει  στο εμπόριο του χρήματος που από μέσο συναλλαγής έγινε αντικείμενο συναλλαγής. Σε αυτά που δημιούργησαν τη φούσκα που κατέρρευσε. Επιχειρήσεις αγοράζονται όχι για να αναπτυχθούν και να παράγουν δημιουργώντας απασχόληση και πλούτο, αλλά για να εξυγιανθούν με απολύσεις και τακτοποιήσεις και να πουληθούν περαιτέρω.

Η χώρα μας όμως τώρα χρειάζεται επενδύσεις ορατές και συγκεκριμένες, με σάρκα και οστά. Επενδύσεις που θα θέσουν σε κίνηση την τελματωμένη εθνική παραγωγή και θα διευρύνουν την  παραγωγική της βάση. Επενδύσεις στη γη, τον τουρισμό, στις υποδομές, τη βιομηχανία. Δεν μας χρειάζονται χρήματα για  κερδοσκοπία στο χρηματιστήριο και τα αφερέγγυα ομόλογά μας. Τα χρηματιστηριακά κέρδη και οι αποδόσεις στα παιγνίδια των λεγόμενων «παραγώγων» πλουτίζουν κάποιους, ήδη πλούσιους, και δεν κατεβάζουν πλούτο στην κοινωνία, με  θέσεις απασχόλησης  και παραγωγή, που έχει αλυσιδωτές θετικές αντιδράσεις στο σύνολο των πολιτών, ιδιαίτερα αυτών που δυστυχούν. Φοβάμαι πως και οι αποκρατικοποιήσεις, βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον, εκτός από την θετική αποδόμηση της κρατικίστικης αντίληψης που έχει διαπεράσει τη χώρα μας και τους  πολίτες, θα έχουν κατά κύριο λόγο ταμειακό αντίκτυπο για το δημόσιο, που θα βάλει κάποια χρήματα στα άδεια ταμεία του, με θετικό στοιχείο ότι θα γλιτώσουν  κάποιες περαιτέρω περικοπές μισθών και συντάξεων. Γιαυτό και πρέπει να προσεχθεί ειδικά στις διαδικασίες επιλογής των αγοραστών η προοπτική και οι προθέσεις τους. Τα χρήματα που θα εισπραχθούν δεν πρέπει να είναι το μόνο κριτήριο επιλογής.

Παράλληλα σε επίπεδο γενικότερου σχεδιασμού, εκτός από την αναζήτηση της δόσης και την απολύτως αναγκαία ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, είναι ανάγκη να υπάρξει ειδικός προβληματισμός και σχεδιασμός.   Να τεθούν προτεραιότητες  για επενδύσεις ορατές. Πως θα γίνουν αυτές και κυρίως από ποιους και σε ποιους κλάδους. Ποιος και με τι κίνητρα θα βάλει τα χρήματά του για να κάνει δουλειές,  μέσα σ’ αυτό το χάος των θεσμών, της ανασφάλειας, της γραφειοκρατίας, της κυριαρχίας – ακόμα – των ακραίων  συνδικαλιστικών διεκδικήσεων και αντιδράσεων, ιδιαίτερα από τους προνομιούχους. Πως θα πεισθούν όσοι έχουν ή μπορούν να βρουν κεφάλαια να επενδύσουν στην παραγωγή, όταν μπορούν να κερδοσκοπούν διεθνώς και εκ του ασφαλούς. Ποιους κλάδους θέλουμε να σπρώξουμε δυνατά. Πως θα κάνουμε τους αγρότες να καλλιεργήσουν τα χωράφια που εγκατέλειψαν και ζουν από τις επιδοτήσεις. Τι θα πρέπει να παράγουν για να είναι ανταγωνιστικοί και να κερδίζουν.

Αυτά και άλλα είναι το μεγάλο στοίχημα της χώρας και για την ώρα τουλάχιστον δεν ακούω ούτε σχέδιο ούτε προβληματισμό. Από κανέναν. Με ευχολόγια δεν γίνονται δουλειές και εδώ δεν έχουμε μάγια να τα λύσουμε με εξορκισμούς.

 

Ο Γιώργος Ανδρέου (www.andreou-giorgos.gr) είναι Δικηγόρος.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα το Πρώτο Θέμα στο φύλλο της Κυριακής 18 Νοεμβρίου 2012