Θωμάς Γκόρπας, 10 χρόνια από τον θάνατό του

του Δημήτρη Κατσορίδα

Ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας γεννήθηκε στο Μεσολόγγι στις 20 Οκτωβρίου 1935, «επίσημη χρονιά του ελληνικού σουρεαλισμού», όπως έλεγε. Πέθανε στην Αθήνα την πρωταπριλιά του 2003.

 

Το καλοκαίρι του 1951, μαζί με άλλους δύο συμμαθητές του, έφτιαξε ένα φιλολογικό περιοδικό, ενώ το 1949-50 έγραψε τους πρώτους του στίχους. Το 1952 άνοιξε ο φάκελος του στην Ασφάλεια, εξαιτίας της συμμετοχής του σε πολιτικές δραστηριότητες, στις οποίες πρωτοστατούσε η Αριστερά. Δούλεψε για το μεροκάματο για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1953 σε δημόσια έργα. Την ίδια χρονιά και την επόμενη απορρίφθηκε από τις εξετάσεις στην Νομική Σχολή λόγω του φακέλου που είχε στην Ασφάλεια. Το 1954 εισάγεται στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, το οποίο εγκατέλειψε από πολύ νωρίς. Από το 1954 έζησε στην Αθήνα, κάνοντας διάφορα επαγγέλματα: εργάτης, μπογιατζής, οικοδόμος, λογιστής, παλαιοβιβλιοπώλης, βιβλιοπώλης, επιμελητής εκδόσεων, εκδότης (εκδόσεις Πανόραμα και εκδόσεις Έξοδος), μεταφραστής, ενώ σταδιακά πέρασε στη δημοσιογραφία (υπήρξε συντάκτης στον Ημερήσιο Τύπο: «Ανεξάρτητος Τύπος», «Μεσημβρινή», «Εξπρές», «Νέα Πολιτεία»). Ακόμα υπήρξε συντάκτης ή αρχισυντάκτης στα περιοδικά «Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο», «Ρουμελιώτικη Βίγλα», «Ο Λογοτέχνης», «Η Τέχνη στην Αθήνα», «Η Καλλιτεχνική», «Πολιτικά Θέματα», «Μουσικά Θέματα», ενώ διετέλεσε σύμβουλος έκδοσης της «Ποιητικής Αντιανθολογίας» του Δημήτρη Ιατρόπουλου.

Στη δεκαετία του 1950 σύχναζε στο Πρακτορείο Πνευματικής Συνεργασίας που ήταν στη Στοά Μαυρίδη, καθώς επίσης στο Πατάρι του Λουμίδη και στο Βυζάντιον. Πρωτοεμφανίστηκε ως ποιητής στο έκτο τεύχος του περιοδικού «Ο Λογοτέχνης», τον Ιανουάριο του 1957, με το ποίημά του, «Αθήνα 1956, οδός Αθηνάς». Θα ακολουθήσει η πρώτη ποιητική του συλλογή, «Σπασμένος καιρός» (1957), η οποία «σήμερα διαβάζεται ως υπαινιγμός του κατακερματισμένου μεταπολεμικού κοσμοειδώλου…».[1] Έκτοτε θα ακολουθήσουν πολλές άλλες. Συνολικά, εννέα ποιητικές συλλογές και μια δεκάτη, το 1995. Επίσης, θα εκδώσει τις μελέτες, «Διάγραμμα ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας» (1966), «Το πανηγύρι τ’ Αη Συμιού» (1972), και το «Περιπετειώδες, κοινωνικό και μαύρο νεοελληνικό αφήγημα, 1850-1950» (1981), το οποίο άφησε εποχή και σηματοδότησε εξελίξεις στην έρευνα και τον εκδοτικό χώρο στον συγκεκριμένο τομέα. Ο Γκόρπας, στο εν λόγω πόνημά του, επιχειρεί μια άλλη άποψη για την ελληνική λογοτεχνία και ιδιαίτερα για το αφήγημα, προσπαθώντας να φωτίσει την αθέατη πλευρά του. Μιλάει για την άλλη ποίηση και λογοτεχνία, την άγνωστη ή λησμονημένη, παλαιότερων εποχών και ειδικά την Μεσοπολεμική, προβαίνοντας σε μια πρώτη ανθολόγηση κειμένων «της πιο σημαίνουσας αφηγηματογραφίας μας 100 χρόνων», όπως γράφει το οπισθόφυλλο του βιβλίου. 

Την περίοδο 1955-59 ήταν στην ηγετική ομάδα του Σοσιαλιστικού Συνδέσμου Νέων, ο οποίος αποτέλεσε μετωπικό σχήμα του Κομμουνιστικού Διεθνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΔΚΕ), μιας τροτσκιστικής οργάνωσης με σημαντική επιρροή στα εργατικά σωματεία της Αθήνας,[2] ενώ το 1964 διετέλεσε μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου της νεολαίας των Λαμπράκηδων. 

Από το 1955 έως το 1967 συμμετείχε σε ομάδες που πρωτοστάτησαν για μια πρωτοπορία στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στα εικαστικά και για την υπεράσπιση του λαϊκού τραγουδιού, όπως έλεγε. Από τους πρώτους που μίλησαν και έγραψαν για τον Καραγκιόζη και το ρεμπέτικο. Υπήρξε, το 1961, από τους εμπνευστές της Ομοσπονδίας Κινηματογραφικών Λεσχών και μεταξύ 1965-70 δίδαξε σε Θεατρική Σχολή ιστορία λογοτεχνίας και αγωγή του λόγου. Επίσης, έγραψε για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. 

Από το 1975 έως το 1980 έζησε στο Παρίσι, όπου έργα του μεταφράστηκαν στη γαλλική γλώσσα.[3]  Το 1979 εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Πρώτο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης «Μπιτ», στην Όστια της Ρώμης.[4] Το 1980 έγραφε στην μεσολογγίτικη εφημερίδα, «Έξοδος», ενώ το 1983 ίδρυσε εκδοτικό οίκο με το ίδιο όνομα, «Έξοδος», όπου στεγαζόταν στην οδό Μεσολογγίου. Όπως ίδιος έλεγε για την καταγωγή του, «Είμαι 500 ετών Μεσολογγίτης και 50 ετών ποιητής. Δεν έδωσα ποτέ το δικαίωμα σε κανέναν να λέει ότι ενδιαφέρεται περισσότερο από μένα για το Μεσολόγγι».

Από το 1990 και έπειτα μοίραζε τον καιρό του ανάμεσα στην Αθήνα και στην Αίγινα, όπου έμενε σχεδόν μόνιμα. 

Ο Θωμάς Γκόρπας υπήρξε ένας αντισυμβατικός άνθρωπος, ένας αιρετικός ποιητής με αιχμηρό λόγο. Όπως ο ίδιος ομολογούσε, «Η επανάσταση, η αλλαγή στην τέχνη όπως και στη ζωή έρχεται από τους λοξούς. […] Λένε κάποιοι για μένα ότι είμαι δύσκολος. Θα θέλατε να είμαι εύκολος; Λένε άλλοι ότι βρίζω. Αυτοί που το λένε είναι φουκαράδες. Εγώ δεν βρίζω, καταγγέλλω, λέω αλήθειες». Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Κ. Μπαλαχούτης, «…με την ζωή και το έργο του αμφισβήτησε θεσμούς, δογματισμούς κάθε μορφή κατεστημένης εξουσίας, ακόμα και τον θάνατο».[5] Πέθανε πρωταπριλιά του 2003, σαν να ήθελε να μας πει ότι ο θάνατός του είναι ψέμα. Και, ναι,

Ο θάνατος του Γκόρπα είναι ψέμα,

θα ζει πάντα μέσα στον ουρανό μέσα στην γη

που ήθελε να τα καταργήσει

και να αφήσει μόνο

τις παρέες, τις ταβέρνες και τα ουζερί

«για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό

κ’ εσύ

Να περνάς απ’ έξω».[6]

Εργογραφία του Θ. Γκόρπα

Ποίηση

  • «Σπασμένος καιρός», εκδόσεις Μινώταυρος, Αθήνα 1957
  • «Παλιές ειδήσεις», ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1966
  • «Πανόραμα», εκδ. Panderma, Αθήνα 1975
  • «Στάσεις στο μέλλον», εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1979 & 1980,  εκδόσεις Πορεία, Αθήνα 1980, εκδόσεις Έξοδος, Αθήνα 1983
  • «Περνάει ο στρατός…», εκδόσεις Πορεία, Αθήνα 1980, εκδόσεις Έξοδος, Αθήνα 1983
  • «Τα θεάματα», εκδόσεις Έξοδος, Αθήνα 1983
  • Τα ποιήματα [1957-1983], Στάσεις στο μέλλον, Περνάει ο στρατός…, Τα θεάματα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1995, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2006.

Πεζογραφία

  • Ισιδώρα! Ισιδώρα! Ο τραγικός έρωτας της Ντάνκαν με τον ποιητή Γεσένιν, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1995

Λαογραφία

  • Το πανηγύρι τ’ Αη Συμιού, μαζί με τον Βησσαρίωνα Γκόρπα, εκδόσεις Ζυγός, Αθήνα 1972

Ιστορία λογοτεχνίας

  • Περιπετειώδες κοινωνικό και μαύρο νεοελληνικό αφήγημα, εισαγωγή-βιογραφικά-ανθολόγηση (1850-1950), δύο τόμοι, εκδόσεις Σίσυφος, Αθήνα 1981 

Καλές Τέχνες

  • Στέρης, το τραγικό παραμύθι της ζωής και του έργου ενός πρωτοπόρου, 18 κριτικά άρθρα γύρω από μια έκθεση, εκδόσεις Πανόραμα, Αθήνα 1982

Ανθολογία

  • Το βιβλίο όλων των ημερών. Η πρώτη μου ατζέντα, επιλογή ποιημάτων και κείμενα, εκδόσεις Δεληθανάση, Αθήνα 1992 

Μεταφράσεις

  • Georges Jean, Γραφή, η μνήμη των ανθρώπων. Μετάφραση, σύνθεση και συγγραφή του παραρτήματος με τα «Ελληνικά ντοκουμέντα», εκδόσεις Δεληθανάση, Αθήνα 1991, 1994, 1998 και πολλές άλλες εκδόσεις


[1] Κ. Βούλγαρη, «Θωμάς Γκόρπας (1935-2003)», Η κυριακάτικη ΑΥΓΗ, 24-12-2006, σελ. 23.

[2] Για περισσότερα δες Δ. Κατσορίδας, «Ο ελληνικός τροτσκισμός 1946-1967. Η περίπτωση του Κομμουνιστικού Διεθνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΔΚΕ)». Δημοσιεύτηκε στον συλλογικό τόμο με τίτλο, Αριστερή Αντιπολίτευση και 4η Διεθνής στην Ελλάδα, εκδόσεις Εργατική Πάλη, Αθήνα 2005.

[3] Κ. Μπαλαχούτης, «Θωμάς Γκόρπας – ‘’Στάσεις στο μέλλον…’’», 29-1-2013. Δες στην ιστοσελίδα: http://www.ogdoo.gr/portal/index.php?option=ozo_content&perform=view&id=5375&Itemid=31

[4] Τις δεκαετίες του 1950 και 1960 αναπτύχθηκε στις ΗΠΑ το λογοτεχνικό κίνημα των μπιτ, όπου έδωσε και το όνομά του στη περίφημη γενιά των μπιτ. Αν και ξεκίνησε από μια ολιγάριθμη ομάδα, η επίδραση της στην αμερικανική λογοτεχνία και κοινωνία ήταν αρκετά σημαντική ώστε να χαρακτηριστεί ως μια καλλιτεχνική γενιά. Η εμφάνιση των μπιτ ταράζει τη συντηρητική αμερικάνικη κοινωνία, επειδή μέσα από το λογοτεχνικό τους έργο προωθούν την αντισυμβατική γραφή, την ελευθεριότητα, την αμφισβήτηση, την συνεχή αναζήτηση, αλλά και τον αντισυμβατικό τρόπο ζωής των εκπροσώπων της. Ειδικότερα, θεωρείται πως η μπιτ λογοτεχνία είχε ουσιαστική επιροή στα μεταγενέστερα κινήματα των χίπις και του πανκ. Ο όρος μπιτ (beat) σημαίνει κυριολεκτικά το ρυθμό ή το κτύπημα. Ως όρος εισήχθη από τον Τζακ Κέρουακ, περίπου το 1948, όταν θέλησε να περιγράψει τον κοινωνικό και καλλιτεχνικό του περίγυρο στο μυθιστοριογράφο John Clellon Holmes και με αυτό τον τρόπο δήλωνε επιπλέον τις έννοιες κουρασμένος, χτυπημένος, νικημένος ή ακόμα μακάριος (beatific). Μεταγενέστερα χρησιμοποιήθηκε και όρος «μπίτνικ». Ο κεντρικός πυρήνας των μπίτνικς περιλάμβανε τον συγγραφέα Τζακ Κέρουακ, τον ποιητή Άλλεν Γκίνσμπεργκ και τον Γουίλιαμ Μπάροουζ, οι οποίοι γνωρίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1940 στην περιοχή του Μανχάταν και με επίκεντρο το πανεπιστήμιο Columbia. Κεντρικό ρόλο στην εξάπλωση της μπιτ λογοτεχνίας διαδραμάτισαν δύο σημαντικά έργα: το μυθιστόρημα Στο Δρόμο (1951) του Κέρουακ, όπου έχει γίνει και κινηματογραφική ταινία και το ποίημα Ουρλιαχτό (1955) του Γκίνσμπεργκ, που αποτελούν έως σήμερα τα πλέον δημοφιλή δείγματα της μπιτ λογοτεχνίας.

 

[5] Κ. Μπαλαχούτης, ό.π.

[6] Από το ποίημά του, με τίτλο, «Αναπόληση»: Θα καταργήσω τον ουρανό θα καταργήσω τη γη

                                                                            Και θ’ αφήσω μόνο ένα ουζερί

                                                                           Για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό

                                                                           κ’ εσύ

                                                                           Να περνάς απ’ έξω.